ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
113ΜΑΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- "Τράγος", "¨τράπεζα", "τρώγω" — ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ
Κείμενο φύλλου
Η.Λ. ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
«1ράγος», «τράπεζα», «τρώγω»...
«Αὐτὰρ ὃ γ ̓ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλασε πίονα μῆλα
πάντα μάλ ̓ ὅσα ἤμελγε τὰ δὲ ἄρσενα λεῖπε θύρησιν
ἀρνειούς τε τράγους τε βαθείης ἔκτοθεν αὐλῆς».
( Οδύσ. 1 237-239)
[ Αμέσως ἔπειτα ὁ (Κύκλωψ) ὤθησε στὴν εὐρύχωρη
σπηλιὰ τὰ γαλακτοφόρα (παχειὰ) πρόβατα ὅλα γενικὰ ὅσα
ἄρμεγε, τὰ δὲ ἀρσενικὰ τ ̓ ἄφησε ἔξω ἀπ ̓ τὴν θύρα,
τοὺς κριοὺς καὶ τοὺς τράγους, στὴν ἐκτεταμένη, ἰσχυρὴ
(καλοχτισμένη) αὐλή].
|. Ἔχω τονίσει’, ὅτι ἡ "Ελλοπικἡ ἢ Πελασγικὴἡ καὶ στὸ τέλος "Ἑλληνικὴ
γλῶσσα ξεκίνησε ἀπὸ κτηνοτρόφους. Γι ̓ αὐτὸν δὲ τὸν λόγο πολλὰ ὀνόματα, ποὺ
σχηματίσθηκαν κατὰ τὴν μακρὰ αὐτὴ περίοδο τῆς κτηνοτροφίας, ὀφείλονται σὲ
ἰδιότητες τῶν ζώων καὶ στὴν ἐν γένει ζωή των. Τὰ κύματα π.χ. τῆς θάλασσας τὰ
ὠνόμασαν αἶγες, διότι τὰ ἔβλεπαν ν ̓ ἀναπηδοῦν στὴν ἀκτὴ ὅπως τὰ γίδια των.
Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ὠνόμασαν τὴν ἀκτὴ αἰγιαλὸν καὶ τὸ πέλαγος Αἰγαῖον. ̓Επίσης
τὸ βουνὸ τῆς Κρήτης στὴν περιοχὴ τοῦ Λασηθιοῦ, ὅπου ἐγεννήθη ὁ Ζεύς,
ὠνόμασαν «Αἰγαῖον ὄρος» (Κατσικοβούνι). Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τὰ αἰγοπρόβατα
εἶναι ζῶα μηρυκαστικά, δηλαδὴ χορτοφάγα ἀναμασῶντα τὴν τροφή
τους. 'Η μάσησι καὶ ἡ ἀναμάσησι τῆς τροφῆς ὑπὸ τῶν ζώων αὐτῶν, γιὰ τοὺς
γνωρίζοντες, γίνεται ὄχι μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο τῶν σαρκοβόρων, δηλαδὴ «ἐπάνω-κάτω»,
ἀλλὰ μὲ μιὰ κίνησι τριβῆς, δηλαδὴ ἕνα κτύπημα μὲ ῥοὴ ὁμοιάζουσα
μὲ τριβὴ τῆς τροφῆς διὰ πλαγίων κινήσεων τῆς κάτω σιαγόνας. ́Ο ἦχος αὐὖτῆς
τῆς κινήσεως ὁμοιάζει μὲ τὸν ἦχο τῆς μασήσεως τῶν ἀνθρώπων, ὅταν συνθλίβουν
ξηροὺς καρπούς. Αὐτὸν τὸν ἦχον ὁ ἄνθρωπος ἐμιμήθη διὰ τοῦ φθόγγου
μὲ σημασία «ΤΡΑΓ». ̓Ο τροφοσυλλέκτης καὶ κτηνοτρόφος ἄνθρωπος τοῦ πανάρχαιου
ἑλληνικοῦ χώρου, τοῦ χώρου ποὺ εὑρίσκετο πέριξ τῆς τεραστίας ὡς πέλαγος
λίμνης μεταξὺ τῆς μεγάλης Πελαγονικῆς ὀροσειρᾶς (Όλυμπος) καὶ τῆς ὁροσειρᾶς
τῆς Πίνδου, ὠνόμασε τὴν ἀνάγκην αὐτὴ τοῦ «τρώγειν» μὲ τὴν λέξι «τράγω»,
ποὺ εἶναι ὁ δωρικὸς τύπος τοῦ ῥήματος «τρώγω». Γιὰ τὴν αὐτὴν δὲ αἰτία καὶ
τὰ αἰγοειδῆ τὰ ὠνόμασε τράγον τὸ ἀρσενικὸ καὶ τράγαιναν τὴν αἶγα ( ̓Αριστοτέλης,
π. Ζ. Γεν. 4.4.5). Τὸ ὄνομα ὅμως «τράγος» παρέμεινε ὡς τὸ ὄνομα τοῦ ἄρρενος.
2. Στὸ κεφάλαιο «Μουσεῖα Λόγων» καὶ στὴν «Μελπομένην» (« Ιστ. Γεν. ̓Ελλην.
Γλώσσας», σελ. 72) ἔλεγα ὅτι «ἡ σύνδεσι Διονύσου-Μελπομένης ὠφείλετο
στὴν παράδοσι, ἡ ὁποία ἤθελε τὴν τραγώδία ὡς προερχόμενη ἀπὸ τὶς Διονυσιακὲς
ἑορτές. Τραγωδία ἢ Τράγων ὠδή». ̓ Απὸ ποίους ὅμως λόγους συνεδέθη τὸ ὄ-
(1). Η.Λ. Τσατσόμοιρος, «Ἱστορία Γενέσεως τῆς
̓Ελληνικῆς Γλώσσας», ἔκδοσι
«Δαυλός», ̓Αθήνα Ι199|, σ. 72 κ.ἓξ.