ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

114ΙΟΥΝΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6622 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
61 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Λυκαυγές — ΤΑΓΑΡΗΣ, ΑΧΙΛΛΕΥΣ
    ἀρχή: σελ. 6622 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 114

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ εδ» ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΤΑΓΑΡΗΣ Λυκαυγὲς Ἤτανε, ὅταν ἄνοιγα τὰ μάτια μου στὸν κόσμο, κι ̓ ἄρχιζα κἄτι νὰ καταλαβαίνω’ στὸ πρῶτο ρόδισμα τὸ αὐγινὸ τῆς ζωῆς μου, αὐτὸ ποὺ λένε οἱ γραμματιζούμενοι λυκαυγές. Λέξι κομψὴ κι ̓ ἀριστοκρατική, λαμπερὴ σὰν ἐλπίδα. Δίπλα στὸ πατρικό μου σπίτι, παλιό, πέτρινο, δίπατο ἀπ ̓ τὴν πάνω μεριὰ καὶ τρίπατο ἀπ ̓ τὴν κάτω, κάμωμα αὐτὸ τῆς κατηφόρας, ἦταν καμμιὰ δεκαριὰ πελώριες λεῦκες, περήφανες γιὰ τὸ μπόι τους καὶ λυγερές, σὰν χορευτὲς φλαμένκο. "Οταν φυσοῦσε --- καὶ οἱ ἀέρηδες, ποὺ τοὺς γένναγαν τὰ διάσελα τῆς Βουνούκας καὶ τοῦ Διαφόρτι, ἦταν χωρὶς σχεδὸν σταματημό---, οἱ φουντωτὲς «τζιοῦφες» τοῦ σύδεντρου κουνιοῦνταν ξέφρενα σ ̓ ἀτέλειωτο χορό. Κι ̓ ἐγώ, πεντάχρονος, καμάρωνα ἀπ ̓ τὸ πάνω μπαλκόνι τὸ γλεντοκόπι τοῦ ᾱνεμου στὰ ἀσημόχρωμα φυλλώματα, ποῦφτιαχναν λογῆς-λογῆς φιγοῦρες στὸ φόντο τοῦ γαλάζιου οὐρανοῦ. Νόμιζα, τότε, ὅτι οἱ λεῦκες μὲ τὰ κουνήματά τους ἦταν ποὺ γένναγαν τὸ φυσομάνι κι ̓ ὄχι τ ̓ ἀντίθετο. Ἔτσι μιὰ παλιοβεντάλλια τῆς μάνας μου τῆς ἀέριζε τὸ πρόσωπο, ὅταν τὸ μούσκευε ὁ ἱδρῶτας. Σὲ καμιὰ εἰκοσαριὰ χρόνια μετὰ κατάλαβα γιὰ καλὰ τοὺς ἀέρηδες καὶ τοὺς μπελλᾶδες τους, ὅταν σὰν ἀεροπόρος γευόμουν τὶς λαχτάρες ποὺ μοῦὔκαναν. Ἔτσι μ ̓ ἀποκοτιὰ πάλι νόμιζα, ὅτι θὰ μοῦ ἦταν εὔκολο νὰ σκαρφαλώσω στὸ φεγγάρι, ὅταν ὁλόγιομο ξεπρόβαλλε ἆστραφτερὸ ἀπ ̓ τὴ ράχη τ ̓ ἀντικρυνοῦ βουνοῦ. ὌἜβλεπα τὶς ψηλόκορμες βελανιδιές, ποὺ ἤτανε παραταγμένες στὴν κορφογραμμή, νὰ φιγουράρουν πάνω του τὴν ώρα τῆς ἀνατολῆς του καὶ μοῦ φαινόταν ὅτι αὐτὲς τὰ κατάφεραν νὰ σκαρφαλώσουν. Αν βρισκόμουν κι ἐγὼ ἐκεῖ τὶς στιγμὲς αὐτές, μ ̓ ἕνα πήδημα θὰ τὰ κατάφερνα νὰ γίνὼ σεληνίτης. Καὶ σκότιζα τὴν μάνα μου, ποὺ βωλόδερνε μὲ ἐννιὰ παιδιά, ῥωτῶντας την ποιὸ μονοπάτι θὰ μ ̓ ἀνέβαζε στὴν κορυφὴ μὲ τὶς βαλανιδιές, γιὰ νὰ πετύχω τ ̓ ᾱκατόρθωτο. Ἣ μάνα μου, πάντα σωστὴ καὶ καλόβολη, δὲν μ ̓ ἀπόπαιρνε οὔτε μ ̓ ἔλεγε ἀπόκουτο (μιὰ κι ̓ ἤμουνα ὁ πρῶτος μαθητὴς στὴν πρώτη μικρὴ τοῦ Δημοτικοῦ), ἀλλὰ μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι, ἂν πήγαινα ἐκεῖ, τὸ ὁλόγιομο φεγγάρι θὰ βρισκόταν σ ̓ ἄλλη ῥάχι μακρυνή, ἄπιαστο κι ̓ εἰρωνικὸ γιὰ τὶς παιδιάστικες σκέψεις μου. Κι ̓ ὅμως, σὲ μισὸ αἰῶνα ἀπὸ τότε, τὸ δαιμόνιο ἀνθρώπινο μυαλὸ ἱκανοποίησε τὶς φαντασμάρες μου κι ̓ ἔστειλε ἀνθρώπους στὸ φεγγάρι. Πῆγαν ἐκεῖ ἀνήμερα τοῦ “ΑγιοΛιᾶ, τοῦ ἅγιου μὲ τὶς ἐκκλησίες του στὰ κορφοβούνια, ποὺ τὰ εἰκονίσματά του τὸν παριστάνουν πάνω σὲ πετούμενο ἅρμα, σὰν ν ̓ ἀνοίγῃ διαστημικοὺς δρόμους στοὺς ἆστροναῦτες. Ὅπως κι ̓ ἔγινε, γιὰ πρώτη φορὰ 20 "Ιουλίου τοῦ Ι969. Τότε οἱ ̓Αμερικανοὶ "Αρμστρονγκ καὶ ὌΩΏλντριν (Α καὶ Ω, συμβολικὸ αὐτό, τ ̓ ἀρχικά τους) κατέβηκαν στὸ φεγγάρι ἀπ ̓ τὸ ἅρμα τους τὸ πετούμενο, κι ̓ ἔκαναν τὸν περίπατό τους στ ̓ ἀπάτητο χῶμα του. Καί κατεβαίνοντας τὴ σκάλα ὁ πρῶτος ἄνθρωπος στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, ποὺ πάτησε τὸ σεληνιακὸ ἔδαφος, εἶπε τὴν μνημειώδη φράσι: «Μικρὸ βῆμα γιὰ μένα, ἀλλά μεγάλο γιὰ τὴν ̓Ανθρωπότητα». Τὸ εἶπε αὐτό, γιατὶ ἔτσι τοῦ εἶπαν νὰ εἰπῇ. ἼΑλλη παιδιάστικη ἀποκοτιά μου ἦταν τὸ οὐράνιο τόξο, ποὺ ἀγκάλιαζε συχνὰ τ ̓ ἀπόβροχο τὸ ὀρεινὸ χωριό μου, ποὺ τὸ μούσκευαν ἀσταμάτητες βροχές, μὲ δῶρα τους, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς στοὺς γέρους, τὶς πολλὲς βρύσες, τὶς πολύβουες νεροσυρμές, τὶς πρασινάδες καὶ τὰ γεννήματα. ἼΗθελα, λοιπόν, νὰ τὸ πιάσω αὐτὸ τὸ πολύχρωμο καὶ φανταχερὸ «ζουνάρι τῆς καλόγριας», ποὺ ξεκινῶντας ἀπ ̓ τὰ δυὸ γιγάντια πόδια του, τὶς δυὸ ἀκρινὲς ῥοῦγες τοῦ χωριοῦ, τεντώνονταν μεγαλόπρεπο ὡς τὰ μεσούρανα. Τὸ ἕνα πόδι του τὸ λογάριαζα νὰ πατάῃ στὴν Τρανἡ Βρύσι. Ἔτρεχα ἐκεῖ σὰν παλαβός, νὰ κάνω τὸ κατόρθωμα, ποὺ θὰ τὸ διαλαλοῦσα περήφανος μετά, ἀλλὰ σὰν ἔφθανα στὴν κελαρυστὴ Τρανὴ Βρύσι, τὴν ἐννιάκρουνη, μὲ τὰ δροσερά, διάφανα καὶ μπόλικα νερά, ποὺ τῆς τὰ δώριζαν ἁπλόχερα τὰ σπλάγχνα τῆς Βουνούκας (ἀλλιῶς Μίνθης, πρώτης φύτρας στὸν κόσμο τοῦ ταπεινόχορτου τῆς
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →