ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
114ΙΟΥΝΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Λυκαυγές — ΤΑΓΑΡΗΣ, ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ εδ»
Ἤτανε, ὅταν ἄνοιγα τὰ μάτια µου στὸν
κόσµο, κι᾿ ἄρχιζα κἄτι νὰ καταλαβαίνω’
στὸ πρῶτο ρόδισµα τὸ αὐγινὸ τῆς ζωῆς
µου, αὐτὸ ποὺ λένε οἱ γραμματιζούμενοι
λυκαυγές. Λέξι κομψὴ κι᾿ ἀριστοκρατική,
λαμπερὴ σὰν ἐλπίδα.
Δίπλα στὸ πατρικό µου σπίτι, παλιό, πέ-
τρινο, δίπατο ἀπ᾿ τὴν πάνω μεριὰ καὶ τρί-
πατο ἀπ᾿ τὴν κάτω, κάμωμα αὐτὸ τῆς κα-
τηφόρας, ἦταν καμμιὰ δεκαριὰ πελώριες
λεῦκες, περήφανες γιὰ τὸ µπόι τους καὶ
λυγερές, σὰν χορευτὲς φλαμένκο. "Οταν
φυσοῦσε --- καὶ οἱ ἀέρηδες, ποὺ τοὺς γέν-
ναγαν τὰ διάσελα τῆς Βουνούκας καὶ τοῦ
Διαφόρτι, ἦταν χωρὶς σχεδὸν σταµατη-
µό---, οἱ φουντωτὲς «τζιοῦφες» τοῦ σύδε-
ντρου κουνιοῦνταν ξέφρενα σ᾽ ἀτέλειωτο
χορό. Κι᾿ ἐγώ, πεντάχρονος, καμάρωνα
ἀπ᾿ τὸ πάνω μπαλκόνι τὸ γλεντοκόπι τοῦ ᾱ-
νεµου στὰ ἀσημόχρωμα φυλλώματα, ποῦ-
φτιαχναν λογῆς-λογῆς φιγοῦρες στὸ φόντο
τοῦ γαλάζιου οὐρανοῦ. Νόμιζα, τότε, ὅτι οἱ
λεῦκες μὲ τὰ κουνήµατά τους ἦταν ποὺ
γένναγαν τὸ φυσομάνι κι᾽ ὄχι τ᾽ ἀντίθετο.
Ἔτσι μιὰ παλιοβεντάλλια τῆς μάνας µου
τῆς ἀέριζε τὸ πρόσωπο, ὅταν τὸ μούσκευε
ὁ ἱδρῶτας. Σὲ καμιὰ εἰκοσαριὰ χρόνια µε-
τὰ κατάλαβα γιὰ καλὰ τοὺς ἀέρηδες καὶ
τοὺς μπελλᾶδες τους, ὅταν σὰν ἀεροπόρος
γευόµουν τὶς λαχτάρες ποὺ μοῦὔκαναν.
Ἔτσι μ᾽ ἀποκοτιὰ πάλι νόμιζα, ὅτι θὰ
μοῦ ἦταν εὔκολο νὰ σκαρφαλώσω στὸ
φεγγάρι, ὅταν ὁλόγιομο ξεπρόβαλλε ἆ-
στραφτερὸ ἀπ᾿ τὴ ράχη τ᾽ ἀντικρυνοῦ
βουνοῦ. ὌἜβλεπα τὶς ψηλόκορμες βελανι-
διές, ποὺ ἤτανε παραταγµένες στὴν κορ-
φογραμµή, νὰ φιγουράρουν πάνω του τὴν
ώρα τῆς ἀνατολῆς του καὶ μοῦ φαινόταν ὅ-
τι αὐτὲς τὰ κατάφεραν νὰ σκαρφαλώσουν.
Αν βρισκόμουν κι ἐγὼ ἐκεῖ τὶς στιγμὲς αὐ-
τές, μ᾽ ἕνα πήδημα θὰ τὰ κατάφερνα νὰ γί-
νὼ σεληνίτης. Καὶ σκότιζα τὴν μάνα µου,
ποὺ βωλόδερνε μὲ ἐννιὰ παιδιά, ῥωτῶντας
την ποιὸ μονοπάτι θὰ μ᾽ ἀνέβαζε στὴν κο-
ρυφὴ μὲ τὶς βαλανιδιές, γιὰ νὰ πετύχω τ᾽ ᾱ-
κατόρθωτο. Ἣ μάνα µου, πάντα σωστὴ
καὶ καλόβολη, δὲν μ᾽ ἀπόπαιρνε οὔτε μ᾽ ἔ-
λεγε ἀπόκουτο (μιὰ κι᾿ ἤμουνα ὁ πρῶτος
ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΤΑΓΑΡΗΣ
Λυκαυγὲς
μαθητὴς στὴν πρώτη μικρὴ τοῦ Δημοτι-
κοῦ), ἀλλὰ μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι, ἂν πήγαινα ἐ-
κεῖ, τὸ ὁλόγιομο φεγγάρι θὰ βρισκόταν σ᾿
ἄλλη ῥάχι μακρυνή, ἄπιαστο κι᾽ εἰρωνικὸ
γιὰ τὶς παιδιάστικες σκέψεις µου. Κι᾿ ὅ-
µως, σὲ μισὸ αἰῶνα ἀπὸ τότε, τὸ δαιμόνιο
ἀνθρώπινο μυαλὸ ἱκανοποίησε τὶς φαντα-
σµάρες µου κι᾽ ἔστειλε ἀνθρώπους στὸ
φεγγάρι. Πῆγαν ἐκεῖ ἀνήμερα τοῦ “Αγιο-
Λιᾶ, τοῦ ἅγιου μὲ τὶς ἐκκλησίες του στὰ
κορφοβούνια, ποὺ τὰ εἰκονίσματά του τὸν
παριστάνουν πάνω σὲ πετούμενο ἅρμα, σὰν
ν᾿ ἀνοίγῃ διαστημικοὺς δρόμους στοὺς ἆ-
στροναῦτες. Ὅπως κι᾽ ἔγινε, γιὰ πρώτη
φορὰ 20 "Ιουλίου τοῦ Ι969. Τότε οἱ ᾿Αμε-
ρικανοὶ "Αρμστρονγκ καὶ ὌΩΏλντριν (Α καὶ
Ω, συμβολικὸ αὐτό, τ᾿ ἀρχικά τους) κατέ-
βηκαν στὸ φεγγάρι ἀπ᾽ τὸ ἅρμα τους τὸ
πετούμενο, κι᾿ ἔκαναν τὸν περίπατό τους
στ᾿ ἀπάτητο χῶμα του. Καί κατεβαίνοντας
τὴ σκάλα ὁ πρῶτος ἄνθρωπος στὴν ἱστο-
ρία τοῦ κόσμου, ποὺ πάτησε τὸ σεληνιακὸ
ἔδαφος, εἶπε τὴν μνημειώδη φράσι: «Μι-
κρὸ βῆμα γιὰ μένα, ἀλλά µεγάλο γιὰ τὴν
᾿Ανθρωπότητα». Τὸ εἶπε αὐτό, γιατὶ ἔτσι
τοῦ εἶπαν νὰ εἰπῇ.
ἼΑλλη παιδιάστικη ἀποκοτιά µου ἦταν
τὸ οὐράνιο τόξο, ποὺ ἀγκάλιαζε συχνὰ τ᾽
ἀπόβροχο τὸ ὀρεινὸ χωριό μου, ποὺ τὸ μού-
σκευαν ἀσταμάτητες βροχές, μὲ δῶρα τους,
ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς στοὺς γέ-
ρους, τὶς πολλὲς βρύσες, τὶς πολύβουες νε-
ροσυρµές, τὶς πρασινάδες καὶ τὰ γεννήµα-
τα. ἼΗθελα, λοιπόν, νὰ τὸ πιάσω αὐτὸ τὸ
πολύχρωμο καὶ φανταχερὸ «ζουνάρι τῆς
καλόγριας», ποὺ ξεκινῶντας ἀπ᾽ τὰ δυὸ γι-
γάντια πόδια του, τὶς δυὸ ἀκρινὲς ῥοῦγες
τοῦ χωριοῦ, τεντώνονταν µεγαλόπρεπο ὡς
τὰ µεσούρανα. Τὸ ἕνα πόδι του τὸ λογά-
ριαζα νὰ πατάῃ στὴν Τρανἡ Βρύσι. Ἔτρε-
χα ἐκεῖ σὰν παλαβός, νὰ κάνω τὸ κατόρ-
θωμα, ποὺ θὰ τὸ διαλαλοῦσα περήφανος
µετά, ἀλλὰ σὰν ἔφθανα στὴν κελαρυστὴ
Τρανὴ Βρύσι, τὴν ἐννιάκρουνη, μὲ τὰ
δροσερά, διάφανα καὶ µπόλικα νερά, ποὺ
τῆς τὰ δώριζαν ἁπλόχερα τὰ σπλάγχνα τῆς
Βουνούκας (ἀλλιῶς Μίνθης, πρώτης φύ-
τρας στὸν κόσµο τοῦ ταπεινόχορτου τῆς