ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

116-117ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6746 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
57 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Πυθία — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 6746 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 116

Κείμενο φύλλου

ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ Πυθία ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» "Ἠταν ἀπόγευμα μιᾶς λαμπρῆς ἀλκυονίδας μέρας στὰ τέλη τοῦ Γενάρη. 'Ο χῶρος τῶν δελφικῶν ἐρειπίων, ἀμόλυντος αὖτὴν τὴν ἐποχὴ ἀπὸ τὸ ἀδιάφορο καὶ θορυβώδικο πλῆθος τῶν τουριστῶν, προσφερόταν τώρα σ ̓ ἕναν ἀρχαιολόγο (καὶ βέβαια ἀρχαιολάτρη) σὰν ἐμένα γιὰ μιὰ ἤσυχη περιπλάνηση ἀνάμεσα στὰ ἀγαπημένα ἐρείπια, στὶς σιωπές τους, ἀλλὰ καὶ σὲ κάποιους πανάρχαιους ψιθύρους ποὺ ἀνάδιναν τὰ φυλλώματα τῶν δέντρων, οἱ θάμνοι καὶ τὰ ρυάκια. Σκέψεις κρυπτικές, διφορούμενα ἀποφθέγματα, μαντέματα, ἀλλὰ καὶ ἐλπίδες καὶ ἀπογοητεύσεις ἀνθρώπων ποὺ πέρασαν ἀπὸ ̓δῶ πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια μοῦ ἔρχονταν ξαφνικὰ στὸ μυαλὸ καὶ μοῦ ἔφερναν ρίγος καὶ ἀναστάτωση, ἀναπόφευκτη ὅμως σ ̓ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο. Προχωροῦσα στὸ στριφογυριστὸ μονοπάτι πρὸς τὸ στάδιο, ὅταν ἀντίκρυσα μιὰ γυναῖκα καθισμένη σὲ μιὰ πέτρα μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ χέρια της σταυρωμένα στὰ γόνατά τῆς, σὲ μιὰ κατάσταση ἀφύσικης ἀπάθειας ἢ ἴσως καὶ κάποιου εἴδους καταληψίας. Δὲν μποροῦσα νὰ καθορίσω τὴν ἡλικία τῆς, τὰ μαλλιά τῆς ἦταν κάτασπρα, ἀλλά, ὅσο μποροῦσα νὰ δῶ, τό πρόσωπό τῆς φαινόταν νεανικὸ καὶ ἀρυτίδωτο. Πέρασα πολύ κοντά της, δὲ σήκωσε τὸ κεφάλι νὰ δεῖ ποιὸς πλησίαζε. Κι ̓ οὔτε ἔδειξε κάποιο σημεῖο ἀνησυχίας, ὅπως ἦταν φυσικὸ σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, γιὰ μιὰ γυναῖκα μόνὴ σ ̓ ἐκείνη τὴν ἐρημιά. Ἴσως μὲ εἶχε δεῖ πιὸ πρίν, καθὼς ἀνέβαινα δίπλα στὶς κολῶνες τοῦ ναοῦ τοῦ ̓Απόλλωνα. Τὴν προσπέρασα, χωρὶς νὰ μιλήσω. ̓Αλλὰ ἡ ἐμφάνισή της, ἡ εἰκόνα της, μ ̓ ἀπασχολοῦσε συνεχῶς, καὶ τὸ βράδυ, ὅταν γύρισα στὸ ἕενοδοχεῖο μου, ρώτησα γι ̓ αὐτὴν τὸν ὑπάλληλο τῆς ρεσεψιόν. Δὲν ἔμενε ἐκεῖ κι ̓ οὔτε τὴν ἤξερε. Μοῦ φάνηκε πολὺ περίεργο, ὅτι τὴν ἄλλη μέρα, τὴν ἴδια περίπου ἀπογευματινὴ ὥρα, τὴν ἀντίκρυσα πάλι καθισμένη στὴν πέτρα της. Αὐτὴ τὴ φορὰ σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ μὲ κύτταξε, μὲ κάποια διακριτικότητα εἶν ̓ ἡ ἀλήθεια. Εἶπα «καλησπέρα» καὶ σταμάτησα. - Σᾶς εἶδα καὶ χθες, εἶπα, ἐδῶ στὸ ἴδιο μέρος. Εἶμαι ἀρχαιολόγος, μήπως εἴμαστε συνάδελφοι; - Δὲν νομίζω, ἀπάντησε καὶ κατέβασε πάλι τὸ κεφάλι. - ̓Εγώ, συνέχισε, πρέπει νὰ εἶμαι ἡ Πυθία... "Ἠταν ἀπίθανη ἡ ἀπάντησή της, ἔμεινα κατάπληκτος καὶ προσπάθησα νὰ δῷ καλὰ τὸ πρόσωπό της. ̓Αστειευόταν ἢ μήπως ἡταν τρελλή; --- Ξέρω, πὼς σᾶς ξάφνιασα, εἶπε. ̓Αλλὰ τί θὰ θέλατε νὰ δεῖτε; Τὴν Πυθία τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, ὅταν ἦταν στὴν ἀκμή τῆς, μὲ τὰ χρυσᾶ τῆς κοσμήματα καὶ τὸ δάφνινο στεφάνι; Ἢ μήπως τὴν Πυθία τοῦ ̓Ιουλιανοῦ καὶ τὰ κουρέλια της; - Ἴσως ἀστειεύεσθε, εἶπα. --- Καθόλου. Βέβαια δὲν ἔχω τρίποδα καὶ δὲν ὑπάρχει δίπλα μου ὁ ἱερέας τοῦ ̓Απόλλωνα. Καὶ ποῦ εἶναι ἡ Κασσωτίδα πηγή, οἱ ἀναθυμιάσεις της, τὸ ἄδυτο τὸ ἷερό; Χάθηκαν ὅλα αὐτά, ὄχι ὅμως καὶ ἡ Πυθία... Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω ποῦ τὸ πήγαινε. Εἶπα ν ̓ ἀλλάξω συζήτηση καὶ τὴ ρώτησα ἂν μένει μονίμως στοὺς Δελφούς. - ἼἜἜχω μερικὲς μέρες ἐδῶ, εἶπε, κρατῶ γιὰ ὅλο τὸ χρόνο ἕνα δωμάτιο σ ̓ ἕνα σπίτι ἐδῶ παρακάτω καὶ ἔρχομαι πότε-πότε. Ἴσως γιατὶ νόμισε πὼς τὴν ἔπαιρνα στὰ σοβαρά, ἴσως γιατὶ δὲν χαμογελοῦσα ἀκούγοντας τὶς παραδοξολογίες της, αὐτὴ ἡ κοπέλα δὲ σταματοῦσε νὰ μοῦ μιλᾶ, νὰ λέει συνεχῶς τὰ δικά της. Μ ̓ ἐμπιστευόταν. Προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω, ἂν ἡ ἴδια πίστευε αὐτὰ ποὺ ἔλεγε, ἂν τά ̓λεγε ἔτσι γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα ἢ ἂν ἦταν θῦμα κάποιας παραίσθησης ἢ καὶ παράκρουσης, ποὺ τῆς ἔφερνε αὐτὲς τὶς φαντασιώσεις. Ὅμως αἷσθανόμουν μιὰ παράξενη ἕλξη γι ̓ αὐτὴ τὴ γυναῖκα, ἂν καὶ τόσο λίγο τὴ γνώριζα. Μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά της, τὸ μικρό της ὄνομα ἡταν ̓Ολυμπία, ἦταν τριάντα χρόνων καὶ εἶχε παντρευτεῖ πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια ἐδῶ στοὺς Δελφούς, ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα εἶχε χωρίσει. Καὶ τὰ διηγόταν αὐτὰ μὲ ἠρεμία καὶ αὐτοσυγκράτηση, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →