ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

119ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6878 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
61 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
    ἀρχή: σελ. 6878 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 119

Κείμενο φύλλου

πες πω ΖΗΠΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ἢ Γυναίκα τῆς ̓ ̓Ανδροκρατίας 'Ο Ζήσης Οἰκονόμου ἔχει διαχὠρίσει τὴ θέση του πρὸ πολλοῦ ἀπ ̓ «τὸ δουλικώτατο κοπάδι τῶν “ἐκλεκτῶν διανοουμένων” καὶ τῶν πλαστογράφων τῆς ἱστορίας καὶ τῆς καθημερινότητας, ποὺ τόσο ἐπίμονα κι ἀριστοτελικὰ προβάλλεται» ἀπ ̓ τὴν ἐξ-ουσία (σελ. 25). 'Ο συγγραφεύς, χωρὶς νὰ κινδυνολογῆ, περιγράφει μὲ τόλμη κι ἀποφασιστικότητα τὴ θλιβερὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς μας, πού, κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν ἄλλωστε, πηγαίνει ἀπ ̓ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. Κι αὐτό, γιατὶ οἱ βάρβαροι, οἱ ἐξ-ουσιαστές, κατάφεραν νὰ ἔξαπατήσουν τοὺς φύλακες καὶ νὰ διέλθουν τὰ τείχη τῆς Πολιτείας, στὴν ὁποία μετέδωσαν τὸ ἐξουσιαστικὸ μικρόβιο, ἀπ ̓ τὸ ὁποῖο μονίμως κατατρύχονται... Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Ζήση Οἰκονόμου «ἢ Γυναῖκα τῆς ̓Ανδροκρατίας καὶ οἱ κοινωνίες τῶν ὑπερκαταναλώσεων» ἀποτελεῖ τὴν ἁδιαμφισβήτητη μαρτυρία γιὰ τὴν ἐξαχρείωση καὶ ἐξαγρίωση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους, τὸ ὁποῖο, τώρα τελευταῖα τουλάχιστον, ἐμφανίζει ἔπικίνδυνες ψυχολογικὲς καὶ βιολογικὲς διαταραχές. «Η καρδιά μας ἔχει σκληρυνθεῖ καὶ ὃ νοῦς μας εἶναι θολός. Μόνον ἡ δίχως νοημοσύνη καὶ αἰσθαντικότητα σκέψη μας... καλπάζει καὶ θριαμβεύει σ ̓ ὅλους τοὺς τομεῖς... σὰν νὰ μὴν ζοῦμε σὲ διαστρικὴ καὶ ὑὕπεραστρικἢὴ πραγματικότητα τῆς ἑνιαίας Γῆς» (σελ. 13). Ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸν σημερινὸ ἐξουσιαστικὸ ἄνθρωπο --- σύμφωνα μὲ τὸν συγγραφέα--εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς ἤρεμης αὐτάρκειας τοῦ μέτρου. Νοσηρὸς αὐτισμός, ἄπρεπος ἐγωτισμὸς καὶ παραλογισμός ἐν γένει συνθέτουν τὴ φυσιογνωμία του: «Ζοῦμε τὸν καθημερινὸ ἐφιάλτη τῆς ἑνιαίας αὐταπάτης, ἀπ ̓ ὅπου ὅλες οἱ ἀπάτες καὶ οἱ δυστυχίες μας, τὶς ὁποῖες ὀνομάζουμε προόδους, ἐπιτυχίες, λογικοὺς εὐζωισμοὺς κ.ο.κ. ̓Ενδιαφερόμαστε γιὰ περισσότερη ἐξουσία καὶ φήμη, διὰ τῶν ὁποίων οἱ κουλτουρικοὶ μηχανισμοὶ αὐξάνουν τὰ κέρδη καὶ τὴν ἐξουσία τῶν ἐκμεταλλεύσεων γιὰ τὴν κυριαρχία τῆς κακίας --- δεξιᾶς, κεντρώας καὶ ἀριστερᾶς...» (σελ. 18). Τὰ σκισμένα βιβλία Οἱ κῆπαι ἦταν ὀλάνθιστοι κι ̓ ὁλόδροσα τὰ κρίνα καὶ ἡ ̓ Αθήνα, ὄχι πολλὰ βαρυμένη λόγω τῶν ἐλαφρῶν βορείων ἀνέμων, ἔστω καὶ μὲ ὀλίγην, φάνταζε στὰ μάτια μου τῆς Γῆς τὸ δαχτυλίδι. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἐκεῖνο τὸ πρὠινὸ τὰ σχολεῖα τελεία καὶ παῦλα καὶ ξοῦ καὶ ξορκισμένα μὲ τὸν ἀπήγανο. Ἕνα ἐφιαλτικὸ κεφάλαιο τῆς ζωῆς μου ἔκλεινε ὁριστικὰ καὶ τὸ μέλλον ξανοιγόταν μπροστά μου πολλὰ ὑποσχόμενο καὶ ὁ βίος ἀνθόσπαρτος ἐπίσης. Φέξε μου καὶ γλύστρησα, δηλαδή. Κατηφόριζα τὴν πλαγιᾶ τοῦ ̓Ὑμηττοῦ (ὄχι, δὲν βόσκω πρόβατα στὸ βουνό, τὸ σπίτι μου εἶναι ἐκεῖ ψηλά), μεταρσιωμένη ἀπὸ ἕνα ἐγωιστικὸ αἴσθημα ἐλευθερίας καὶ συνέχαιρα τὸν ἑαυτόν μου, ποὺ τὰ κατάφερε νὰ ἐπιβιώσει γι ̓ ἄλλη μιὰ φορά. Γιατὶ καὶ ἡ τσέπη μου ἐπὶ τέλους θὰ πάτωνε καὶ ἡ μούρλα τοῦ μικροῦ θὰ κόπαζε. Μικρός ἐστι μαντράχαλος δύο μέτρων, ἀπόφοιτος Λυκείου ἀπὸ σήμερα, ποὺ ἔμαθε γράμματα σὲ σχολεῖα τῆς «Δωρεὰν Παιδείας» μας, σὲ φροντιστήρια γιὰ Πανελλήνιες, σὲ φροντιστήρια γιὰ ξένες γλῶσσες,. μὲ καθηγητὴ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →