ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

120ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6909 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
28 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Βομβαρδίζεται η Βαγδάτη — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 6909 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 120

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΜΑ. «Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη» «Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη»! Δὲν ἦταν νησί, δὲν ἦταν ἡ γοργόνα, ποὺ μ ̓ ἀντάριαζε μέσα στὴ μαύρη νύχτα καὶ μοῦ χαλοῦσε τὸν ὕπνο. ̓Ηταν ὁ γιός μου, ἴδιος ἀρχάγγελος ἀπὸ πάνω μου. -- Τί λὲς βρέ; -- Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη. Κι ̓ ἔτσι καὶ στήθηκα ὀρθή, ξέσπασα σὲ ὑστερικὸ θρῆνο, μὲ κάτι μικρές, ψιλὲς φωνοῦλες ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴ μύτη, γιατὶ προφανῶς τὸ στόμα εἶχε πάθει βραχυκύκλωμα. «Τὰ παιδιά. Τὰ παιδιά. Θεέ μου, τὰ παιδιά», ἔλεγε καὶ ζανάλεγε ἡ μύτη μου, καὶ τὸ τέρας ὁ υἱός μου γελοῦσε. Γιόρταζαν τὰ κανάλια. Μὴ βρίσκοντας ὅμως ἄκρη μὲ τὶς φωτεινὲς πηδηχτοῦλες μπαλλίτσες καὶ τὰ μπλᾶ-μπλᾶ τῶν δημοσιογράφων, τὸ ἔρριξα στὴ μαντική. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ κάνω κάθε φορὰ ποὺ διαβάζω ἐφημερίδα, ἀκούω δελτίο εἰδήσεων, μοῦ χαμογελάει ὁ κ. Μποὺς ἢ μὲ καλοχαιρετάει ὁ γείτονας. «Χαρὰ στοὺς ἄντρες! Εμ, τέτοιο πόλεμο κάνω κι ̓ ἐγώ, γιέ μου», εἶπε ἡ γιαγιά μου κι ̓ ἄρχισε ν ̓ ἀναθυμᾶται τὰ παλιὰ καὶ ν ̓ ἀναστενάζει. ̓Εκεϊνο ὅμως τὸ «Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη» εἶχε παρενέργειες στὸν ὀργανισμό μου, ποὺ τὸ κατάλαβα ̓πὸ μιὰ πόρτα ποὺ ήταν φυρὴ κι ̓ ἔκανε ντούκου-ντούκου. Κι ̓ ὅταν πιὰ βγῆκα ἔξω, γιὰ νὰ δῶ κατὰ ποῦ πέφτουν οἱ βόμβες, «ἔγινε τὸ σῶσε» στὸ καλαμπούρι τοῦ τύπου: «Αὐτή, παιδί μου, κάνει γι ̓ ἀρχηγός τῶν ἐνόπλων δυνάμεων τῶν Η.Π.Α.» καὶ ἄλλα παρόμοια. Ποῦ νὰ καταλάβουν αὐτοὶ οἱ ἄσχετοι, πὼς ἐγὼ δὲν εἶμαι ἡ ὅποια, γιὰ νὰ λογαριάσω τίποτα «Πάτριοτ» καὶ «ἐδάφους - ἐδάφους». ̓Εγώ χω μπάρμπα τὸν Κανάρη, βρέ, καὶ παπποῦ τὸν Κολοκοτρώνη, ἀλλ ̓ ἁπλούστατα. Μὲ τοὺς τόσους καὶ τόσους πολέμους ποὺ ἔχουν ρημάξει ἐτούτη τὴν κατακαημένη γῆ, πειραχτήκανε μὲ τὴ «θεωρία τῆς ἐξελίδεως». Κάθε πέρυσι καὶ καλύτερα, ποὺ λένε. Προκειμένου λοιπὸν νὰ κάνω πόλεμο, κάνω ἔρωτα καὶ τρώω φάπες μὲ τὴ μηχανή. Κι ̓ ὅταν ὁ ̓ Αττίλας καθιστᾶ ἔγκυο τὴν κόρη μου τὴν Κύπρη, τὸ ρίχνω στὴν ὑψηλὴ διπλωματία τοῦ «τρέχα-γύρευε», ἐξασφαλίζοντας ἔτσι δημοκρατία, ἄρτον καὶ θεάματα. «Δημοκρατικά, ὡραῖα σῦκα» διαλαλεῖ κι ὁ πλανόδιος μανάβης τῆς γειτονιᾶς μου, γέννημα καὶ θρέμμα τοῦ κυρίαρχου λαοῦ, ποὺ ἀνέβηκε πιὰ στὴν ἐξουσία καὶ κάθεται καὶ τρώει καὶ πίνει καὶ τὴν ΓΑρτα φοβερίζει. Χάρις δὲ σ ̓ ἐκεῖνο τὸ «μὴ πόλεμος», μὴ γιατὶ κάνει μὰμ δηλαδή, τὸ Νόμπελ Εἰρήνης εἶναι προῖκα ἀφάγωτη, κι ̓ ἐκτιμῶμαι βαθύτατα ἀπὸ γείτονες καὶ μεγάλους φίλους, ποὺ τὸ μόνο πού ζητοῦν ἀπὸ μένα εἶναι νὰ κάθομαι φρόνιμα, ὥστε νὰ μποροῦν κι ̓ αὐτοὶ μὲ τὴν ἡσυχία τους νὰ ἐκτονώνουν τὴ βιολογική τους φόρτιση στὴ μνήμη τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων. Καὶ μιλᾶμε γιὰ πολὺ μνημόσυνο! Γιατὶ ἐγὼ εἶμαι καλὸ παιδὶ κι ̓ ὄχι σὰν κι ̓ ἐκεῖνο τὸ λύκο τὸ Σαντάμ. ̓Εγὼ ἀνήκω εἰς τὴν Δύσιν! Ξένοιαστη κι ὡραία λοιπόν, ἀφοῦ «στὶς δη-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →