ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
120ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Βομβαρδίζεται η Βαγδάτη — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΜΑ.
«Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη»
«Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη»! Δὲν ἦταν νησί, δὲν ἦταν ἡ γοργόνα,
ποὺ μ᾽ ἀντάριαζε µέσα στὴ μαύρη νύχτα καὶ μοῦ χαλοῦσε τὸν ὕπνο. ᾽Η-
ταν ὁ γιός µου, ἴδιος ἀρχάγγελος ἀπὸ πάνω µου. -- Τί λὲς βρέ; -- Βομ-
βαρδίζεται ἡ Βαγδάτη.
Κι᾽ ἔτσι καὶ στήθηκα ὀρθή, ξέσπασα σὲ ὑστερικὸ θρῆνο, μὲ κάτι µι-
κρές, ψιλὲς φωνοῦλες ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴ μύτη, γιατὶ προφανῶς τὸ στό-
μα εἶχε πάθει βραχυκύκλωμα. «Τὰ παιδιά. Τὰ παιδιά. Θεέ µου, τὰ παι-
διά», ἔλεγε καὶ ζανάλεγε ἡ μύτη µου, καὶ τὸ τέρας ὁ υἱός µου γελοῦσε.
Γιόρταζαν τὰ κανάλια. Μὴ βρίσκοντας ὅμως ἄκρη μὲ τὶς φωτεινὲς πη-
δηχτοῦλες μπαλλίτσες καὶ τὰ μπλᾶ-μπλᾶ τῶν δημοσιογράφων, τὸ ἔρριξα
στὴ µαντική. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ κάνω κάθε φορὰ ποὺ διαβάζω ἐφημερί-
δα, ἀκούω δελτίο εἰδήσεων, μοῦ χαμογελάει ὁ κ. Μποὺς ἢ μὲ καλοχαι-
ρετάει ὁ γείτονας. «Χαρὰ στοὺς ἄντρες! Εμ, τέτοιο πόλεμο κάνω κι᾽ ἐ-
γώ, γιέ µου», εἶπε ἡ γιαγιά µου κι᾿ ἄρχισε ν᾿ ἀναθυμᾶται τὰ παλιὰ καὶ
ν᾿ ἀναστενάζει.
᾿Εκεϊνο ὅμως τὸ «Βομβαρδίζεται ἡ Βαγδάτη» εἶχε παρενέργειες στὸν
ὀργανισμό µου, ποὺ τὸ κατάλαβα ᾿πὸ μιὰ πόρτα ποὺ ήταν φυρὴ κι᾽ ἔκα-
νε ντούκου-ντούκου. Κι᾿ ὅταν πιὰ βγῆκα ἔξω, γιὰ νὰ δῶ κατὰ ποῦ πέ-
φτουν οἱ βόμβες, «ἔγινε τὸ σῶσε» στὸ καλαμπούρι τοῦ τύπου: «Αὐτή,
παιδί µου, κάνει γι᾿ ἀρχηγός τῶν ἐνόπλων δυνάμεων τῶν Η.Π.Α.» καὶ
ἄλλα παρόμοια.
Ποῦ νὰ καταλάβουν αὐτοὶ οἱ ἄσχετοι, πὼς ἐγὼ δὲν εἶμαι ἡ ὅποια, γιὰ
νὰ λογαριάσω τίποτα «Πάτριοτ» καὶ «ἐδάφους - ἐδάφους». ᾿Εγώ χω
μπάρμπα τὸν Κανάρη, βρέ, καὶ παπποῦ τὸν Κολοκοτρώνη, ἀλλ᾽ ἁπλού-
στατα. Μὲ τοὺς τόσους καὶ τόσους πολέμους ποὺ ἔχουν ρηµάξει ἐτούτη
τὴν κατακαηµένη γῆ, πειραχτήκανε μὲ τὴ «θεωρία τῆς ἐξελίδεως». Κάθε
πέρυσι καὶ καλύτερα, ποὺ λένε. Προκειμένου λοιπὸν νὰ κάνω πόλεμο,
κάνω ἔρωτα καὶ τρώω φάπες μὲ τὴ μηχανή.
Κι᾿ ὅταν ὁ ᾿ Αττίλας καθιστᾶ ἔγκυο τὴν κόρη µου τὴν Κύπρη, τὸ ρί-
χνω στὴν ὑψηλὴ διπλωματία τοῦ «τρέχα-γύρευε», ἐξασφαλίζοντας ἔτσι
δημοκρατία, ἄρτον καὶ θεάματα. «Δημοκρατικά, ὡραῖα σῦκα» διαλαλεῖ
κι ὁ πλανόδιος μανάβης τῆς γειτονιᾶς μου, γέννημα καὶ θρέμμα τοῦ
κυρίαρχου λαοῦ, ποὺ ἀνέβηκε πιὰ στὴν ἐξουσία καὶ κάθεται καὶ τρώει
καὶ πίνει καὶ τὴν ΓΑρτα φοβερίζει. Χάρις δὲ σ᾽ ἐκεῖνο τὸ «μὴ πόλεμος»,
μὴ γιατὶ κάνει μὰμ δηλαδή, τὸ Νόμπελ Εἰρήνης εἶναι προῖκα ἀφάγωτη,
κι᾿ ἐκτιμῶμαι βαθύτατα ἀπὸ γείτονες καὶ μεγάλους φίλους, ποὺ τὸ μόνο
πού ζητοῦν ἀπὸ μένα εἶναι νὰ κάθομαι φρόνιμα, ὥστε νὰ μποροῦν κι᾽ αὐ-
τοὶ μὲ τὴν ἡσυχία τους νὰ ἐκτονώνουν τὴ βιολογική τους φόρτιση στὴ
μνήμη τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων. Καὶ μιλᾶμε γιὰ πολὺ μνημόσυνο!
Γιατὶ ἐγὼ εἶμαι καλὸ παιδὶ κι᾿ ὄχι σὰν κι᾿ ἐκεῖνο τὸ λύκο τὸ Σαντάμ.
᾿Εγὼ ἀνήκω εἰς τὴν Δύσιν! Ξένοιαστη κι ὡραία λοιπόν, ἀφοῦ «στὶς δη-