ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
121ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Περάστε μπροστά — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
«Περάστε μπροστᾶ»
Μὲ τὸν γέροντα πατέρα μου ὑπὸ μάλης, ποὺ πέρασε νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος
τὰ ἐνενήντα καὶ προχωρεῖ ἀκάθεκτος γιὰ νὰ κατακτήσει καὶ τὰ ἑκατό, βρέθηκα
ἐκεῖ πρωῖ-πρωϊ, ώρα ἑφτὰ παρὰ τέταρτο, τελευταία σὲ μιὰ οὐρὰ δεκάδων μέτρων,
πάνω στὸ πεζοδρόμιο τοῦ θεραπευτηρίου ποὺ « ̓Ανδρέας Συγγρὸς ̓ ̓Ανήγειρε».
Κανεὶς δὲ μᾶς πρόσεξε. Μπροστά μου μόνο πλάτες ἀσάλευτες --- τεῖχος ᾱδιαπέραστο
καὶ ἡ καρδιὰ σφιγμένη, μήπως καὶ δὲν ἀντέξει ὁ γέροντας. Μὰ τὸ
περήφανο σκαρί, ποὖχε γνωρίσει φουρτοῦνες καὶ φουρτοῦνες, κράταγε γερά. Μέχρι
ποὺ τὄρριξε στὸ κουβεντολόι μιλώντας δυνατά, καθότι καὶ στ ̓ αὐτιὰ περήΦανος,
καὶ βγαῖναν ὅλα τὰ οἰκογενειακά μας στὴν φόρα, ὁπότε εἶδα τὸ τεῖχος νὰ
σαλεύει, νὰ νερουλιάξει καὶ πρόσωπα χλωμά, κουρασμένα, ἀνθρώπους ταλαιπωρημένους,
θύματα τῆς μεγαλούπολης.
̓Αλλὰ ὁ γέροντάς μου κατεῖχε ἕνα πρωτεῖο: ̓Ηταν ὁ πρεσβύτερος. Καὶ φωνή
ἀκούστηκε, «περάστε μπροστά», κι ̓ ἄλλες φωνὲς καὶ τὸ πλῆθος κόπηκε στὰ
δύο, χωρίστηκε σὰν τὰ νερὰ τῆς ̓Ερυθρᾶς θάλασσας καὶ πέρασε ὁ πρεσβύτης
κρυφοχαμογελώντας, δίνοντας δεξιὰ κι ἀριστερὰ τὴν εὐχή του. Βίβα παπποῦ!
Κι ̓ ἐγώ, ποὐχ ̓ ἀπομείνει «στήλη ἅλατος», ἄκουσα πάλι τὶς φωνές: -- Περάστε
κι ̓ ἐσεῖς. . - Μα... θὰ καθήσει κάπου νὰ μὲ περιμένει. --- Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ
τὸν ἀφήσετε μόνο. Περάστε.
Καὶ δὲν ἦταν χάρη. ̓ταν προσταγή. Καὶ πέρασα. Κι ̓ ἔνιωσα παράξενα, σὰ
νάχε φύγει ξαφνικὰ ἀπὸ πάνω κι ̓ ἀπὸ μέσα μου τὸ βάρος μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς,
σὰ νὰ ξεπλύθηκα σὲ κολυμβήθρα ἁγνότητας καὶ χαριτώθηκα μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν
καρδιὰ τῆς παιδούλας. Γιατὶ ἀγαποῦσα. ̓Αγαποῦσα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ
ἤθελα νὰ γυρίσω πίσω καὶ νὰ μείνω ἀνάμεσά τους. ̓Αλλὰ ὁ παπποῦς εἶχε πάρει
φόρα, καὶ μὲ τὸ μπαστουνάκι του προχωροῦσε βιαστικὸς πρὸς τὴν ἀνοιχτὴ θύρα
τοῦ βάθους, ποὺ ἔχασκε μισοσκότεινη. Καὶ τότε εἶδα. Εἶδα σκουπιδαριὸ καὶ
κονσερβοκούτια κι ̓ ἀποτσίγαρα καὶ ποτηράκια πλαστικὰ καὶ μιὰ ξεχαρβαλωμένη
σιδερένια σκάλα πεταμένη κάτω, ναυάγιο κάποιου ἄλλου καιροῦ καὶ τρισάθλιο
μουντζουρωμένο κατασκεύασμα, ὄπου σερβίρονταν καφέδες ἀπὸ χέρια ὕποπτης-καθαριότητας.
Καὶ στὴ συνέχεια τὸ βρώμικὸ ὑπόγειο (τύφλα νἄχει ἡ
̓Αραπιά), κι ̓ ἀφοῦ
στήθηκα μπροστὰ στὴ θυρίδα (1). ήρθε ἡ σειρά μου, γιὰ νὰ βάλει κάποιος κάποια
ὑπογραφή, νὰ μοῦ δώσει ἄλλος κάποιο χαρτάκι καὶ νὰ μ ̓ ἐξαποστείλει στὴ
θυρίδα (3), ἀπ ̓ ὅπου, σὰν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ μετά τὴ δεύτερη ὑπογραφἡ
καὶ τὸ δεύτερο χαρτάκι, μὲ παρέπεμψαν στὰ ἐνδότερα.
Κι ̓ ἐκεῖ πάλι κοσμάκης, νὰ τοῦ κλαῖν τὰ μάτια του κι ̓ ἐγὼ νὰ κυττάζω μὲ
φρίκη τ ̓ ἅπλυτα πατώματα καὶ τοῦ χρόνου τὴ σκουριά. Καὶ νὰ μ ̓ ἔχει πιάσει
ἀηδία, ώστε, ὅταν μοῦ ἐπέστρεψαν τὸ μολύβι ποὺ εἶχα δανείσει, τὸ πέταξα κάπου
μὲ τρόπο.
Καὶ σὲ κανᾶ-δυὸ ὧρες ἄνοιξαν κάποιες πόρτες, ἔρριξαν μιὰ ματιὰ στὸ κόκκινο
σημαδάκι τῆς μύτης τοῦ γέροντα καί, «ἀνεβῆτε στὸ Συμβούλιο», εἶπαν.
Καὶ σέρνοντας τὸ γέροντα, καὶ «ρωτώντας πᾶς στὴν Πόλη», φτάσαμε μπροστὰ
στὴν πόρτα τοῦ «Συμβουλίου», ὅπου ἡ πινακίδα μὲ τὴ γραφή: «Τὸ Συμβούλιο
ἀρχίζει 11.30». Καὶ ἔγινε ἡ καρδιά μου περιβόλι.
Κάθησε πάλι, παπποῦ, στὸν πάγκο σου γι ̓ ἄλλες δυόμισυ ὧρες, νὰ βλέπεις
τ ̓ ἀργόσχολα δεσποινάρια τῶν γραφείων νὰ σουλατσάρουν στοὺς διαδρόμους
μὲ τὰ γυμνὰ γαμπάκια τους, μήπως καὶ σοῦ κάνει καλὸ στὴν ὑγεία. Καὶ τὰ ρεύματα
νὰ παίζουν τρεχαλητὰ καὶ τὰ χεράκια τοῦ γεροντάκου νὰ ἔχουν παγώσει;
«Τ ̓ ἦρθαν νὰ κάνουν αὐτὲς ἐδῶ; Βρὲ δὲν πᾶνε στὸ χωριό τους, νὰ φυτέψουν
κρεμμύδια, ποὺ καταντήσαμε νὰ τ ̓ ἀγοράζουμε γιὰ μαυροχάβιαρο ἀπὸ τὸ ἐξω--