ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
122ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Νεκρικός διάλογος στην όχθη της Αχερουσάις — ΝΕΜΕΣΙΣ
Κείμενο φύλλου
ΚΘΝΙΚΑ
Νεκρικὸς διάλογος στὴν ὄχθη τῆς ̓Αχερουσίας
Ὄχθες τῆς ̓Αχερουσίας Λίμνης. Τέλη τοῦ 20οῦ αἰῶνα. ̓Ο Χάρων μὲ
τὴν παλιά του βάρκα βρίσκεται πάντα ἐκεῖ, ἂν καὶ ἔχει περάσει πιὰ τόσος
καιρός. ̓Ο ̓Ηλίας περπατάει ἀργά, ἀποφασιστικὰ ὅμως, γιὰ τὸ μεγάλο
ταξίδι. Τὸ βλέμμα του ἀγέρωχο.
- Γειά σου-χαρά σου, Χάροντα.
Γειά σου. ̓Ηλία Τσατσόμοιρε. Εἴχαμε καιρὸ νὰ δοῦμε ἕναν “Ελληνα
ἀπὸ τὰ μέρη μας. πιστέψαμε πὼς εἴχατε πιὰ τελειώσει ἐκεῖ στὸν’ πᾶγω
κόσμο. Κοντεύει νὰ σαπίσει πιὰ ἡ βάρκα μου. Ακόμα κι ἐγὼ ὁ ἀθάνατος
κοντεύω νὰ πεθάνω. γιατὶ ἔχω χάσει τὴν ἐλπίδα: μαζί μου κι ὁ
̓Ερμῆς ψυχοπομπός' δὲν μᾶς θυμοῦνται πιὰ οἱ ἄνθρωποι.
Ἔχε κουράγιο, Χάροντα. Δὲν τέλειωσαν οἱ Ἕλληνες ἀκόμη. “ο
δικός μας θάνατος εἶναι ἡ δική σας ἀνάσταση. ̓Ὑπάρχουμε καὶ θὰ ὑπάρχουμε
γιὰ πάντα ἐμεῖς οἱ δύο. Ὅσο φυσάει ὁ ἀέρας ἀνάμεσα στὰ ἑλληνικᾶ
βουνά. ὅσο ἀνατέλλει ὁ ἥλιος στὶς βουνοκορφὲς τοῦ ̓Ολύμποι:
καὶ ὅσο δύει φωτίζοντας τὰ βάθη τῶν πελάγων, πάντα θὲ νὰ ὑπάρχουν
“Ἕλληνες. γιὰ νὰ φωτίζουν τοῦ “Αδὴ τὰ σκοτάδια.
Ὥστε ὑπάρχουν Ἕλληνες ἀκόμα ἐκεὶ πάνω: Ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν
στὴν φιλία. στὴν αὐταπάρνηση. στὴν ἐντιμότητα. στὴν ἀλήθεια.
ἄνθρωποι ἐλεύθεροι μὲ ἀνοικτὸ πνεῦμα. ἄνθρωποι ποὺ δὲν φοβοῦνται;
Εἰναι ἀλήθεια λοιπόν:
Εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει γοερὰ ὁ Χάρων. ὋΟ Θάνατος εἶχε λυγίσει.
εἶχε πονέσει. Ενας περίεργος δεσμὸς εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσα σὲ αὐτόν.
ἕναν ἀθάνατο καὶ σὲ ἕναν φαινομενικὰ θνητό. ποὺ εἶχε κερδίσει τιν
ἀθανασία γιὰ πάντα. Σὲ ἕναν θνητό, ποὺ σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ εἶχε μάθει
νὰ αντιμετωπίζει τὰ πάντα μὲ θάρρος. ψυχραιμία καὶ ἐντιμότητα καὶ ἕκανὲ
τώρα τὸ ἴδιο καὶ μπροστὰ στὸν θάνατο.
Δὲν τοῦ τὸ εἶχε διδάξει κανένας. δὲν τό ̓γραφε κανένα βιβλίο: ἦταν
ἁπλα “Ελληνας.
̓Ανῆκε σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν συνδετικὸ
κρίκο ἀνάμεσα στὴν ζωὴ καὶ στὸν θάνατο. Σὲ αὐτοὺς ποὺ πέθαιναν ἔχοντας
κερδίσει τὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν τιμὴ σὲ γήινους τόπους καὶ ὄχι σὲ
ἐξωπραγματικοιὶς παραδείσους.
Τὸ ξέρω. Χάροντα. ὁ θάνατος δὲν εἶναι ζωή. Ὅμως δὲν τὸν φοβᾶμαι.
Δὲν εἰναι εὐχάριστο νὰ βρίσκεσαι ἐκεὶ καὶ οὔτε πλάσματα ἀγγελικὰ
ὑπάρχουν νὰ φτερουγίζουν ἀνάμεσα σὲ πυκνόφυλλα δέντρα καὶ ρυάκια
μὲ γάργαρα νερα.
́Ο θάνατος εἶναι ἀπομόνωση. δυστυχία. Δὲν πλάθω
στὸ μαυλό μου παραμύθια γιὰ παιδιά. δημιουργῶντας τεχνητὴ εὐδαιμονία.
Κερδίζω στὴν γῆ μὲ τὶς πράζεις μου τὴν ἀξιοπρέπεια ποὺ θὰ μοῦ
δώσει τὴν ἀναγνώριση. μιὰ ἀναγνώριση προσωπικὴ περισσότερο στὰ ἑσώτερα
τῆς ψυχῆς μου, ὅταν πιὰ θὰ ἔχω φτάσει στὸ τέλος. Δὲν πέθανα.
γιὰ νὰ κερδίσω μιὰ θέση στὸν παράδεισο. Αὐτὸν τὸν ἔχω μέσ ̓ στὴν ψυχή
μου" καὶ ὅσα σκοτάδια κι ἂν ἔχει ὁ Άδης, ἐγὼ γιὰ πάντα θὰ τὰ φωτίζω.
- Κόπιασε. ̓Ηλία, τοῦ εἰπε ὁ Χάροντας καὶ σκούπισε τὰ δάκρυά
του. Ἔλα μαζί μου. καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι.
̓Ανέβηκαν μαζὶ στὴν βάρκα τὴν πλατειὰ καὶ πέρασαν στὴν ἄλλη ὁχθη.
Οἱ σταλακτίτες τοῦ σπηλαίου ἔστελναν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ τὶς
σταγόνες τους νὰ σμίγουν μὲ τὰ νερὰ τῆς λίμνης. "Όμως αὐτὴ τὴν φορὰ
δὲν ἦταν ἁπλὲς σταγόνες νεροῦ. Πταν τὰ δάκρυα τῆς φύσης. ποὺ θρηνοῦσε.
Μαζὶ καὶ δάκρυα πράυνσης καὶ περηφάνειας. Εἶχαν τόσο καιρὸ
νὰ δοῦν ἔναν πραγματικὀ Ελληνα...
Νέμεσις