ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο αμοραλιστής — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ «ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ) ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Ὃ ἀμοραλιστὴς
̓Αμοραλιστὴς (Ξ ἀνηθικιστὴς) λέγεται αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἠθικοὺς φραγμούς.
Μοναδικἡ ἀρχὴ τοῦ τύπου αὐτοῦ εἶναι οἱ ἐπιδιώξεις καὶ τὰ ἀτομικά του συμφέροντα,
στὰ ὁποῖα ὑποτάσσει ἀνθρώπους καὶ θεσμούς, ἀξίες καὶ καταστάσεις.
'Ο ἁἀμοραλιστὴς εἶναι ἄνθρωπος γλίσχρος καὶ εὐέλικτος. ̓ Απὸ πουθενὰ δὲν
πιάνεται. Σὰν φελλὸς ὡσαύτως ἐπιπλέει σ ̓ ὅλες τὶς καταστάσεις. Προκειμένου
νὰ ἐπιτύχη στὶς ἐπιδιώξεις του, μεταχειρίζεται ὅλα τὰ μέσα, θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα,
μπροστὰ δὲ στὸ συμφέρον του πουλάει καὶ τὰ μάτια τῆς μάννας του, ἂν χρειαστῆ.
̓Ο ἀμοραλιστὴς εἶναι ἐκμεταλλευτικὸς τύπος καὶ ὑβριστής. Δὲν σέβεται τίποτα
καὶ κανένα δὲν λογαριάζει' ἀδίστακτος καὶ θρασὺς καθὼς εἶναι, μ ̓ εὐκολία
πλησιάζει τοὺς πάντες, μοιράζοντας χειραψίες καὶ χαμόγελα, καὶ δημιουργεῖ φιλικὲς
σχέσεις, τὶς ὁποῖες διακόπτει τὴν ἑπομένη. Γενναιόδωρα ὡσαύτως μοιράζει
καὶ ὑποσχέσεις, τὶς ὁποῖες, ἐννοεῖται, οὐδέποτε τηρεῖ...
'Ο ἀμοραλιστὴς εἶναι μεγάλος ὑποκριτής" πραγματικὸς θεατρῖνος. ̓Η κοινωνία
γι ̓ αὐτὸν ἀποτελεῖ σκηνὴ θεάτρου, ὅπου δοκιμάζει τὶς ὑποκριτικές του ἱκανότῆτες.
Κι ὅλα αὐτὰ ὄχι ἀσκόπως, ἀλλὰ γιὰ νὰ πετύχη τοὺς στόχους του, τὰ συμφέροντά
του. ̓Υποδύεται λοιπὸν τὸ φίλο ὑπολογίζοντας σὲ κάποια ἐκδούλευση ἢ
τὸν κακόμοιρο, γιὰ ν ̓ ἀποσπάση τὸν οἶκτο σου καὶ νὰ σὲ βάλη στὸ χέρι ἢ τὸν
θρῆσκο. γιὰ νὰ παραπλανήση τὸ περιβάλλον του κ.ο.κ.
Ὃ ἀμοραλιστὴς εἶναι φθονερὸς καὶ χαιρέκακος. Φθονεῖ τὴν εὐτυχία τοῦ γείτονά
του, τὴν ἐπιτυχία τοῦ συναδέλφου του, τὸ βιὸς τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἀγρυπνεῖ
λυπούμενος γι ̓ αὐτά. Παράλληλα χαίρεται κρυφὰ γιὰ τὰ κακὰ καὶ τὶς δυστυχίες
τους καὶ μ ̓ εὐχαρίστηση τοὺς οἰκτείρει στὸν πρῶτο τυχόντα.
'Ο ἀμοραλιστὴς χαίρεται ἰδιαίτερα, ὅταν ἀδίκως κατηγορεῖται κάποιος τίμιος
ἄνθρωπος καὶ μυστικὰ συντονίζει τὶς ἐνέργειες τῆς καταδίκης ἢ καὶ τῆς ἐξόντωσής
του ἀκόμη. Κι ὅταν αὐτὸ συμβῆ, τὸν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τοῦ ἐκφράση τὴ
«λύπη» του καὶ νὰ τοῦ δώση κουράγιο, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα θριαμβεύει κι
αἰσθάνεται ἱκανοποίηση, ἀφοῦ ἀπαλλάχτηκε, ὅπως φαντάζεται, ἀπ ̓ τὴν ἐνοχλητικὴ
ὕπαρξη ἑνὸς τιμίου κι ἀκέραιου χαρακτῆρα.
Ὃ ἀμοραλιστὴς εἶναι κόλακας καὶ «συγκατανευσιφάγος» (Ξ ἄνθρωπος ποὺ λέγει
συνεχῶς «ναί», μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ γίνη ἀρεστὸς καὶ νὰ τὸν καλέσουν νὰ
φάγη τζάμπα). Κι ὅπως ὁ κυνηγὸς θηρεύει τοὺς λαγοὺς μὲ τὰ σκυλιά του, ἔτσι ὁ
τύπος αὐτὸς παρασύρει τ ̓ ἀνόητα θύματά του μὲ τὶς κολακεῖες του. Ἔχει λοιπὸν
καταπληκτικὲς ἱκανότητες στὰ μεγάλα παινέματα, στὰ κούφια λόγια, στὶς κίβδηλες
ὑποσχέσεις τῶν ἀπατεώνων. ̓Επαινώντας ὡστόσο τὸ «θύμα» του ἀποβλέπει
στὸ ἀτομικό του συμφέρον καὶ σὲ τίποτα περισσότερο. Ἔτσι τὸ «ζήτω» ποὺ
ἀπευθύνει στὸ βουλευτὴ ἀποσκοπεῖ στὸ ρουσφέτι ̓ τὸ «εὖγε» στὸν ὑπάλληλο σημαίνει
εἰδικὴ μεταχείριση’ ὁ καλὸς λόγος στὸ γέροντα συγγενῆ του ἀποβλέπει
στὴ διαθήκη’ κι ὁ θαυμασμός του πρὸς τὸν πλούσιο συμπολίτη του στοχεύει σὲ