ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7129 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
40 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο αμοραλιστής — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
    ἀρχή: σελ. 7129 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 123

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ «ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ) ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Ὃ ἀμοραλιστὴς ᾽Αμοραλιστὴς (Ξ ἀνηθικιστὴς) λέγεται αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἠθικοὺς φραγμούς. Μοναδικἡ ἀρχὴ τοῦ τύπου αὐτοῦ εἶναι οἱ ἐπιδιώξεις καὶ τὰ ἀτομικά του συμφέ- ροντα, στὰ ὁποῖα ὑποτάσσει ἀνθρώπους καὶ θεσμούς, ἀξίες καὶ καταστάσεις. 'Ο ἁἀμοραλιστὴς εἶναι ἄνθρωπος γλίσχρος καὶ εὐέλικτος. ᾿ Απὸ πουθενὰ δὲν πιάνεται. Σὰν φελλὸς ὡσαύτως ἐπιπλέει σ᾽ ὅλες τὶς καταστάσεις. Προκειμένου νὰ ἐπιτύχη στὶς ἐπιδιώξεις του, μεταχειρίζεται ὅλα τὰ µέσα, θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα, μπροστὰ δὲ στὸ συμφέρον του πουλάει καὶ τὰ μάτια τῆς μάννας του, ἂν χρεια- στῆ. ᾿Ο ἀμοραλιστὴς εἶναι ἐκμεταλλευτικὸς τύπος καὶ ὑβριστής. Δὲν σέβεται τίπο- τα καὶ κανένα δὲν λογαριάζει' ἀδίστακτος καὶ θρασὺς καθὼς εἶναι, μ᾽ εὐκολία πλησιάζει τοὺς πάντες, μοιράζοντας χειραψίες καὶ χαμόγελα, καὶ δημιουργεῖ φι- λικὲς σχέσεις, τὶς ὁποῖες διακόπτει τὴν ἑπομένη. Γενναιόδωρα ὡσαύτως μοιράζει καὶ ὑποσχέσεις, τὶς ὁποῖες, ἐννοεῖται, οὐδέποτε τηρεῖ... 'Ο ἀμοραλιστὴς εἶναι μεγάλος ὑποκριτής" πραγματικὸς θεατρῖνος. ᾿Η κοινω- νία γι᾿ αὐτὸν ἀποτελεῖ σκηνὴ θεάτρου, ὅπου δοκιμάζει τὶς ὑποκριτικές του ἱκανό- τῆτες. Κι ὅλα αὐτὰ ὄχι ἀσκόπως, ἀλλὰ γιὰ νὰ πετύχη τοὺς στόχους του, τὰ συμφέ- ροντά του. ᾿Υποδύεται λοιπὸν τὸ φίλο ὑπολογίζοντας σὲ κάποια ἐκδούλευση ἢ τὸν κακόμοιρο, γιὰ ν᾿ ἀποσπάση τὸν οἶκτο σου καὶ νὰ σὲ βάλη στὸ χέρι ἢ τὸν θρῆσκο. γιὰ νὰ παραπλανήση τὸ περιβάλλον του κ.ο.κ. Ὃ ἀμοραλιστὴς εἶναι φθονερὸς καὶ χαιρέκακος. Φθονεῖ τὴν εὐτυχία τοῦ γεί- τονά του, τὴν ἐπιτυχία τοῦ συναδέλφου του, τὸ βιὸς τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἀγρυ- πνεῖ λυπούμενος γι᾿ αὐτά. Παράλληλα χαίρεται κρυφὰ γιὰ τὰ κακὰ καὶ τὶς δυ- στυχίες τους καὶ μ᾽ εὐχαρίστηση τοὺς οἰκτείρει στὸν πρῶτο τυχόντα. 'Ο ἀμοραλιστὴς χαίρεται ἰδιαίτερα, ὅταν ἀδίκως κατηγορεῖται κάποιος τίμιος ἄνθρωπος καὶ μυστικὰ συντονίζει τὶς ἐνέργειες τῆς καταδίκης ἢ καὶ τῆς ἐξόντω- σής του ἀκόμη. Κι ὅταν αὐτὸ συμβῆ, τὸν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τοῦ ἐκφράση τὴ «λύπη» του καὶ νὰ τοῦ δώση κουράγιο, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα θριαμβεύει κι αἰσθάνεται ἱκανοποίηση, ἀφοῦ ἀπαλλάχτηκε, ὅπως φαντάζεται, ἀπ᾿ τὴν ἐνοχλη- τικὴ ὕπαρξη ἑνὸς τιμίου κι ἀκέραιου χαρακτῆρα. Ὃ ἀμοραλιστὴς εἶναι κόλακας καὶ «συγκατανευσιφάγος» (Ξ ἄνθρωπος ποὺ λέ- γει συνεχῶς «ναί», μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ γίνη ἀρεστὸς καὶ νὰ τὸν καλέσουν νὰ φάγη τζάμπα). Κι ὅπως ὁ κυνηγὸς θηρεύει τοὺς λαγοὺς μὲ τὰ σκυλιά του, ἔτσι ὁ τύπος αὐτὸς παρασύρει τ᾽ ἀνόητα θύματά του μὲ τὶς κολακεῖες του. Ἔχει λοιπὸν καταπληκτικὲς ἱκανότητες στὰ μεγάλα παινέματα, στὰ κούφια λόγια, στὶς κί- βδηλες ὑποσχέσεις τῶν ἀπατεώνων. ᾿Επαινώντας ὡστόσο τὸ «θύμα» του ἀποβλέ- πει στὸ ἀτομικό του συμφέρον καὶ σὲ τίποτα περισσότερο. Ἔτσι τὸ «ζήτω» ποὺ ἀπευθύνει στὸ βουλευτὴ ἀποσκοπεῖ στὸ ρουσφέτι᾽ τὸ «εὖγε» στὸν ὑπάλληλο ση- μαίνει εἰδικὴ μεταχείριση’ ὁ καλὸς λόγος στὸ γέροντα συγγενῆ του ἀποβλέπει στὴ διαθήκη’ κι ὁ θαυμασμός του πρὸς τὸν πλούσιο συμπολίτη του στοχεύει σὲ
← καθαρισμένο κείμενο