ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Τα ρέστα σας, κυρία — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
|
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Τὰ ρέστα σας, κυρία
Βαρυέμαι καὶ δὲν πάει ἄλλο" τὰ βαφτίσια ποὺ εἶναι φασισμός, τοὺς
γάμους ποὺ εἶναι κοσμικὸ γεγονός, τὴ ζωγραφικἡ τῆς κυρίας ποὺ εἶναι
«χόμπυ» καὶ τοὺς καλλιτέχνες ποὺ διαφημίζονται σὰν ἀπορρυπαντικά.
Βαρέθηκα τὰ λόγια τὰ μεγάλα, τοὺς ἐπαγγελματίες ποὺ τὸ παίζουν ἐπιστήμονες,
τοὺς ἀλειτούργητους λειτουργούς, τὰ βίντεο τῆς Σιγκαπούρῆς,
τοὺς θρησκευόμενους μὲ τὶς νευρώσεις, τὶς δεξιώσεις μὲ τὰ σπιρούνια,
τὶς συνεστιάσεις μὲ τὶς σκοπιμότητες, τὰ λογοτεχνικὰ σωματεῖα μὲ
τὰ κικιρίκου. Βαρυέμαι τὰ θέατρα μὲ τὰ ψυχοπλακώματα τῶν βορείων
παραλλήλων καὶ νοτίων ἀνωμαλιῶν, τοὺς κινηματογράφους μὲ τᾶ κρεββάτια
καὶ τὰ αἵματα, τὰ γεύματα ποὺ μὲ καταβροχθίζουν, τὸ χρῆμα ποὺ
σταθμίξδει τὴν τιμή, τὴν πόλη ποὺ ἀντιμάχεται τὴ ζωή, τὰ σχολεῖα ποὺ
ἀφανίζουν τὰ ταλέντα, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους ποὺ καραδοκοῦν καὶ
τὸν ἑαυτό μου ποὺ κιοτεύει καὶ τεμπελιάζει.
Βαρυέμαι γενικῶς, καὶ οἱ σπουδαγμένοι ψυχολόγοι μ ̓ ἔχουν περάσει
στὰ μαῦρα τους κατάστιχα κι ἐγὼ τὰ στήλωσα καὶ κάνω ὅ,τι μοῦ ἀρέσει.
Καὶ μοῦ ἀρέσει νὰ πηγαίνω στὴ «λαϊκή». Περιμένω πῶς καὶ τί νὰ περάσει
τὸ Σαββατοκύριακο μὲ τὴ βαβούρα καὶ τὴν ἀσωτία του καὶ πρωΐπρωΐ
τὴ Δευτέρα παίρνω τὸ καροτσάκι μου καί, γρὶ-γρὶ-γρί, τραβάω γιὰ
τοὺς μπαξέδες. Καὶ μοῦ ἀρέσει αὐτὸς ὁ ἦχος καὶ ἀγαπῶ τὸ καροτσάκι
μου, ὅπως οἱ ἀρσενικοὶ τῆς οἰκογένειας ἀγαποῦν τὰ μηχανοκίνητα. Κι ὅταν
φτάνω στοὺς μπαξέδες, παίρνω βαθειοὺς ἀνασασμούς, γιὰ νὰ ρουφήζω
ὡς τὰ κατάρριζα τὶς μυρουδιὲς τῆς γῆς, τῆς μεγάλης ἀδικημένης καὶ
περιφρονημένης μάνας. Καὶ εἶν ̓ ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἀνθοὶ τῆς ἀγάπης της κι ὅλοι
οἱ καρποί, φρέσκοι, λαχταριστοὶ καὶ μοσχομυρισμένοι. Κι ἀγάλλεται
τὸ μάτι στὰ χρώματα καὶ ξελαμπικάρει ὁ νοῦς κι ἰσοζυγιάζει μὲ τὴ
ζωντάνια, τὴ ντομπροσύνη, τὸ κέφι καὶ τὴ στίλβουσα σπιρτάδα αὐτῶν
τῶν ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψᾶν μέσα στὴν ἄγρια νύχτα, γιὰ νὰ τροφοδοτήσουν
μὲ χυμοὺς ζωῆς τὶς ἀρρωστημένες φλέβες τῆς μεγαλούπολης. «Μῆλα
φιρίκια Βόλου. Νὰ τρῶν ̓ οἱ σαραντᾶρες καὶ νὰ γίνονται εἰκοσάρες,
νὰ τρῶν ̓ οἱ πενηντάρες καὶ νὰ γίνονται τριαντάρες». «[Περήφανα νειᾶτα,
τιμημένα γερατειά, μαζὶ θὰ πᾶμε. ̓Ελᾶτε, κορίτσια, καὶ ξεπουλήσαμε».
Κι ὅ,τι καὶ νὰ ψωνίσω, πάντα τὸ «εὐχαριστῶ» κι εὐχὲς ἀπὸ κοντά.
«Καλοφάγωτα καὶ καλὴ βδομάδα». Ποτὲ δὲ μ ̓ ἔκλεψαν, ὅπως κάνει ὁ
χαλασμένος μμεγαλομανάβης τῆς ̓Αθήνας, ποὺ μοῦ τὰ βγάνει τρεῖς τὸ
λάδι, τρεῖς τὸ ξύδι κι ἕξι τὸ ξυδόλαδο καὶ τρὰκ-τρὰκ τὸ κομπιουτεράκι
κι ὁ θεὸς κι ἡ ψυχή του. ̓Ετοῦτοι φέρνουν ἕναν ἀέρα ὑγείας στὴ μίζερη
Πρωτεύουσα. ̓ ̓ Αγοράζω τέσσερα κιλα μῆλα, τέσσερα διακόσια γράφει
ἡ ζυγαριά, «τέσσερα» λέει ὁ πωλητής κι ἐγὼ πληρώνω τέσσερα καὶ ψάχνομαι.
Καὶ μιὰ μέρα μοῦ γνέφουν κάτι κολοκυθάκια ὅλο πρόκληση,
ποὺ μὲ κυττοῦσαν, τ ̓ ἄφιλότιμα, μὲ τὰ μεγάλα κίτρινα λουλουδᾶτα μά-