ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7131 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
42 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τα ρέστα σας, κυρία — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7131 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 123

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

| ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Τὰ ρέστα σας, κυρία Βαρυέμαι καὶ δὲν πάει ἄλλο" τὰ βαφτίσια ποὺ εἶναι φασισμός, τοὺς γάμους ποὺ εἶναι κοσμικὸ γεγονός, τὴ ζωγραφικἡ τῆς κυρίας ποὺ εἶναι «χόμπυ» καὶ τοὺς καλλιτέχνες ποὺ διαφηµίζονται σὰν ἀπορρυπαντικά. Βαρέθηκα τὰ λόγια τὰ μεγάλα, τοὺς ἐπαγγελματίες ποὺ τὸ παίζουν ἐ- πιστήµονες, τοὺς ἀλειτούργητους λειτουργούς, τὰ βίντεο τῆς Σιγκαπού- ρῆς, τοὺς θρησκευόµενους μὲ τὶς νευρώσεις, τὶς δεξιώσεις μὲ τὰ σπιρού- νια, τὶς συνεστιάσεις μὲ τὶς σκοπιμότητες, τὰ λογοτεχνικὰ σωματεῖα μὲ τὰ κικιρίκου. Βαρυέμαι τὰ θέατρα μὲ τὰ ψυχοπλακώματα τῶν βορείων παραλλήλων καὶ νοτίων ἀνωμαλιῶν, τοὺς κινηματογράφους μὲ τᾶ κρεβ- βάτια καὶ τὰ αἵματα, τὰ γεύματα ποὺ μὲ καταβροχθίζουν, τὸ χρῆμα ποὺ σταθµίξδει τὴν τιµή, τὴν πόλη ποὺ ἀντιμάχεται τὴ ζωή, τὰ σχολεῖα ποὺ ἀφανίζουν τὰ ταλέντα, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους ποὺ καραδοκοῦν καὶ τὸν ἑαυτό µου ποὺ κιοτεύει καὶ τεμπελιάζει. Βαρυέμαι γενικῶς, καὶ οἱ σπουδαγµένοι ψυχολόγοι μ᾽ ἔχουν περάσει στὰ μαῦρα τους κατάστιχα κι ἐγὼ τὰ στήλωσα καὶ κάνω ὅ,τι μοῦ ἀρέσει. Καὶ μοῦ ἀρέσει νὰ πηγαίνω στὴ «λαϊκή». Περιμένω πῶς καὶ τί νὰ πε- ράσει τὸ Σαββατοκύριακο μὲ τὴ βαβούρα καὶ τὴν ἀσωτία του καὶ πρωΐ- πρωΐ τὴ Δευτέρα παίρνω τὸ καροτσάκι µου καί, γρὶ-γρὶ-γρί, τραβάω γιὰ τοὺς µπαξέδες. Καὶ μοῦ ἀρέσει αὐτὸς ὁ ἦχος καὶ ἀγαπῶ τὸ καροτσάκι µου, ὅπως οἱ ἀρσενικοὶ τῆς οἰκογένειας ἀγαποῦν τὰ μηχανοκίνητα. Κι ὅ- ταν φτάνω στοὺς µπαξέδες, παίρνω βαθειοὺς ἀνασασμούς, γιὰ νὰ ρουφή- ζω ὡς τὰ κατάρριζα τὶς μυρουδιὲς τῆς γῆς, τῆς μεγάλης ἀδικημένης καὶ περιφρονηµένης μάνας. Καὶ εἶν᾽ ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἀνθοὶ τῆς ἀγάπης της κι ὅ- λοι οἱ καρποί, φρέσκοι, λαχταριστοὶ καὶ μοσχομυρισμένοι. Κι ἀγάλλε- ται τὸ μάτι στὰ χρώματα καὶ ξελαμπικάρει ὁ νοῦς κι ἰσοζυγιάζει μὲ τὴ ζωντάνια, τὴ ντομπροσύνη, τὸ κέφι καὶ τὴ στίλβουσα σπιρτάδα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψᾶν µέσα στὴν ἄγρια νύχτα, γιὰ νὰ τροφοδοτή- σουν μὲ χυμοὺς ζωῆς τὶς ἀρρωστημένες φλέβες τῆς μεγαλούπολης. «Μῆ- λα φιρίκια Βόλου. Νὰ τρῶν᾽ οἱ σαραντᾶρες καὶ νὰ γίνονται εἰκοσάρες, νὰ τρῶν᾽ οἱ πενηντάρες καὶ νὰ γίνονται τριαντάρες». «[Περήφανα νειᾶ- τα, τιμημένα γερατειά, μαζὶ θὰ πᾶμε. ᾿Ελᾶτε, κορίτσια, καὶ ξεπουλήσα- με». Κι ὅ,τι καὶ νὰ ψωνίσω, πάντα τὸ «εὐχαριστῶ» κι εὐχὲς ἀπὸ κοντά. «Καλοφάγωτα καὶ καλὴ βδομάδα». Ποτὲ δὲ μ᾽ ἔκλεψαν, ὅπως κάνει ὁ χαλασμένος μµεγαλομανάβης τῆς ᾿Αθήνας, ποὺ μοῦ τὰ βγάνει τρεῖς τὸ λάδι, τρεῖς τὸ ξύδι κι ἕξι τὸ ξυδόλαδο καὶ τρὰκ-τρὰκ τὸ κομπιουτεράκι κι ὁ θεὸς κι ἡ ψυχή του. ᾿Ετοῦτοι φέρνουν ἕναν ἀέρα ὑγείας στὴ µίζερη Πρωτεύουσα. ᾽᾿ Αγοράζω τέσσερα κιλα μῆλα, τέσσερα διακόσια γράφει ἡ ζυγαριά, «τέσσερα» λέει ὁ πωλητής κι ἐγὼ πληρώνω τέσσερα καὶ ψά- χνοµαι. Καὶ μιὰ μέρα μοῦ γνέφουν κάτι κολοκυθάκια ὅλο πρόκληση, ποὺ μὲ κυττοῦσαν, τ᾿ ἄφιλότιμα, μὲ τὰ μεγάλα κίτρινα λουλουδᾶτα µά-
← καθαρισμένο κείμενο