ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Θεός του Μιχάλη — ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ, Ν.
Κείμενο φύλλου
Ν. ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ
Ο Θεὸς τοῦ Μιχάλη
τὰ πράγματα. "Ὅμως τὴ σιγὴ διέκοψε ἕνα
ἁπαλὸ κτύπημα τῆς πόρτας τοῦ
σταύλου καὶ μιὰ φωνὴ βραχνή, φωνὴ
ἀργὴ ἀνθρώπου λιπόθυμου, ἀνθρώπου
ἀπελπισμένου, ποὺ πέφτει καὶ σηκώνεται
καὶ πάλι ξαναπέφτει, γιὰ νὰ μὴν
ξανασηκωθεῖ. Τί εἶπε ὁ νυχτερινὸς ἐπισκέπτης,
κανένας δὲν πρόλαβε νὰ
καταλάβει. 'Ο Μιχάλης πετάχτηκε ἔντρομος.
Οἱ ἰταλοὶ καὶ οἱ γερμανοὶ
κλωτσοῦσαν τὶς πόρτες καὶ δὲν ἄφηναν
χρόνο γιὰ προφύλαξη ἢ γιὰ ἄμυνα.
Τώρα τὸ πρᾶγμα ἦταν διαφορετικὀὸ καὶ
πρωτόγνωρο. Πάλι κάποιος κτυπάει
τὴν πόρτα τοῦ σταύλου.
̓Αμηχανία
καὶ ἐγρήγορση τῶν γονιῶν. "Αλαλοι
κάθονται στὴ μονή τους ἡ μάνα καὶ τὰ
παιδιά, Μόνο ὁ Μιχάλης δὲ χάνει τὴ
Ψυχραιμία του, ἀλλ ̓ ἔχει κι ὅλας πάρει
τὸν τσιφτέ, τὸ ντουφέκι του, καὶ τὸ
ἔχει κρύψει κάτω ἀπὸ τὴ στρωσιὰ τῶν
παιδιῶν. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη φωνὴ ἕανακούστηκε
ὡς φωνὴ ἐπιθανάτια.
«Μιχάλη, Μιχάλη, ὁ θεός μου θέλησε
νὰ ζήσω καὶ νὰ φθάσω ὣς ἐσένα.
Αν καὶ ὁ δικός σου θεὸς τὸ θέλει, τότε
μπορεῖς νὰ μὲ σώσεις!».
Ὃ Μιχάλης ἄνοιξε τὴν πόρτα. Ὁ
“Ἑβραῖος σωριάστηκε στὸ σουφᾶ τοῦ
σταύλου, βαστώντας ἕνα σάκκο, κάτι
σὰν μαξιλάρι καλορραμμένο., ποὺ μέσα
εἶχε τὸ βιός του, τὰ χρήματα καὶ τὰ
χρυσαφικά του, ὅσα μπόρεσε νὰ πάρει
μαζί του μέσα στὴ δίνη τοῦ κατατρεγμοῦ
ἀπὸ τοὺς γερμανούς.
«Εἶμαι ὁ
̓Εμμανουὴλ Φάρλεκ, εἶπε
ὁ "Εβραῖος. Ἔρχομαι σ ̓ ἐσένα μὲ σύσταση
τοῦ Δεσπότη ̓Απόστολου. ΠήΎαινε,
μοῦ εἶπε, στὸν Μιχάλη. Αν
μπορέσεις νὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ, θὰ σῶθεῖς.
Καὶ νὰ ποὺ ὁ θεὸς τοῦ Δεσπότη
θέλησε νὰ φθάσω ὡς ἐδῶ. 'Η ζωή μου
εἶναι στὰ χέρια σου».
«Ἕνας ξέναι ὁ θεός, ̓ Εμμανουήλ, ἕ-
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
Βαρειὰ τοῦ πολέμου ἡ μπόρα κυλοῦσε
καὶ ρυάκιζε πόνους στοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ θρηνοῦσαν γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ
χάνονταν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ ὀδύρονταν
γιὰ τὸ γονιό, ποὺ μαστιγωνόταν στὰ ὑπόγεια
τῶν φυλακῶν. "Ὕφαινε δάκρυα
καὶ ἔντυνε τὸ φόβο, πού, ὡς ἀργὴ βροχή,
καταπότιζε τῆς καρδιᾶς τὶς ἐλπίδες
καὶ τὶς μάραινε. Μὲ τὸ σούρουπο κλείνονταν
ὅλοι στὰ σπίτια τους. Ποιά
καινούργια συμφορὰ θὰ ἔφερνε ἡ νύχτα,
κανένας δὲν μποροῦσε νὰ προβλέψει.
Φόβο τὸ φόβο μετροῦσαν τὶς ώρες
καὶ τὶς σταθμικὲς γιὰ τὴ ζωή τους
στιγμές. Οἱ Γερμανοὶ ἐρευνοῦσαν τὰ
σπίτια ἀναζητώντας τοὺς κατατρεγμένους
Εβραίους, ποὺ βαδίζοντας τὸν
πικρὸ δρόμο γιὰ τὸ χαμό τους παίρνανε
τὰ βουνὰ καὶ θλιμμένοι ἀναζητοῦσαν
ἔλεος, κυττοῦσαν νὰ πιαστοῦν ἀπὸ
κάπου γιὰ τὴ λυτρωτική τους σωτηρία,
νὰ βροῦν ἕναν ἄνθρωπο, ἕνα σπήλαιο,
ἕναν τάφο, γιὰ νὰ σωθοῦν.
ἪἫ νύχτα προχωρεῖ κουβαλώντας
πίκρες. Ο Μιχάλης μένει μακρυὰ ἀπὸ
τὸ χωριό. Στὶς ὑπώρειες τοῦ Δερματᾶ ἔχει
τὸ σταῦλο του, τὴν οἰκογένειά του,
τὸ βιός του. Παλεύει μέσα στὴ θύελλα
τοῦ πολέμου. Κτυπᾶ καὶ κτυπιέται καὶ
ἐπινοεῖ τρόπους ἐπιβίωσης. Εἶναι ἀλήθεια
ἀναντίρρητη, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ
καταλάβει κανεὶς τὴ συναισθηματικὴ
κατάσταση καὶ συγκίνηση τοῦ σκλάβου
καὶ τοῦ κατατρεγμένου. ὁ ὁποῖος
μετράει τὶς ἀναπνοές του μὲ τὶς ἐλπίδες
καὶ τὶς τυλίγει μὲ τὸ φόβο καὶ τὶς ποτίζει
μὲ θρῆνο. Πῶς νὰ καταλάβει κανεὶς
τὶς ἀνήμπορες ψυχές, ποὺ τρέχουν φορώντας
τὸν πέπλο τῆς νύχτας, ὡς φαντάσματα
μέσα στοῦ κακοῦ τὴ στράτα,
ἂν δὲ ζήσει ὁ ἴδιος τὴν ἀβάσταγη μπόρα
τοῦ πολέμου:
Ἢ νύχτα προχωροῦσε καὶ σιγὴ ἐβούβαινε
τὴ φύση, τοὺς ἀνθρώπους καὶ