ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

123ΜΑΡΤΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7147 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Θεός του Μιχάλη — ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ, Ν.
    ἀρχή: σελ. 7147 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 123

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» Βαρειὰ τοῦ πολέμου ἡ μπόρα κυλοῦ- σε καὶ ρυάκιζε πόνους στοὺς ἀνθρώ- πους, ποὺ θρηνοῦσαν γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ χάνονταν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ ὀδύρονταν γιὰ τὸ γονιό, ποὺ μαστιγωνόταν στὰ ὑ- πόγεια τῶν φυλακῶν. "Ὕφαινε δάκρυα καὶ ἔντυνε τὸ φόβο, πού, ὡς ἀργὴ βρο- χή, καταπότιζε τῆς καρδιᾶς τὶς ἐλπίδες καὶ τὶς µάραινε. Μὲ τὸ σούρουπο κλεί- νονταν ὅλοι στὰ σπίτια τους. Ποιά καινούργια συμφορὰ θὰ ἔφερνε ἡ νύ- χτα, κανένας δὲν μποροῦσε νὰ προβλέ- ψει. Φόβο τὸ φόβο μετροῦσαν τὶς ώρες καὶ τὶς σταθμικὲς γιὰ τὴ ζωή τους στιγμές. Οἱ Γερμανοὶ ἐρευνοῦσαν τὰ σπίτια ἀναζητώντας τοὺς κατατρεγµέ- νους Εβραίους, ποὺ βαδίζοντας τὸν πικρὸ δρόµο γιὰ τὸ χαμό τους παίρνα- νε τὰ βουνὰ καὶ θλιμμένοι ἀναζητοῦ- σαν ἔλεος, κυττοῦσαν νὰ πιαστοῦν ἀπὸ κάπου γιὰ τὴ λυτρωτική τους σωτηρία, νὰ βροῦν ἕναν ἄνθρωπο, ἕνα σπήλαιο, ἕναν τάφο, γιὰ νὰ σωθοῦν. ἪἫ νύχτα προχωρεῖ κουβαλώντας πίκρες. Ο Μιχάλης μένει μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριό. Στὶς ὑπώρειες τοῦ Δερματᾶ ἔ- χει τὸ σταῦλο του, τὴν οἰκογένειά του, τὸ βιός του. Παλεύει μέσα στὴ θύελλα τοῦ πολέμου. Κτυπᾶ καὶ κτυπιέται καὶ ἐπινοεῖ τρόπους ἐπιβίωσης. Εἶναι ἀλή- θεια ἀναντίρρητη, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει κανεὶς τὴ συναισθηματικὴ κατάσταση καὶ συγκίνηση τοῦ σκλά- βου καὶ τοῦ κατατρεγµένου. ὁ ὁποῖος μετράει τὶς ἀναπνοές του μὲ τὶς ἐλπίδες καὶ τὶς τυλίγει μὲ τὸ φόβο καὶ τὶς ποτί- ζει μὲ θρῆνο. Πῶς νὰ καταλάβει κανεὶς τὶς ἀνήμπορες ψυχές, ποὺ τρέχουν φο- ρώντας τὸν πέπλο τῆς νύχτας, ὡς φα- ντάσµατα µέσα στοῦ κακοῦ τὴ στράτα, ἂν δὲ ζήσει ὁ ἴδιος τὴν ἀβάσταγη µπό- ρα τοῦ πολέμου: Ἢ νύχτα προχωροῦσε καὶ σιγὴ ἐ- βούβαινε τὴ φύση, τοὺς ἀνθρώπους καὶ Ν. ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ Ο Θεὸς τοῦ Μιχάλη τὰ πράγματα. "Ὅμως τὴ σιγὴ διέκοψε ἕ- να ἁπαλὸ κτύπημα τῆς πόρτας τοῦ σταύλου καὶ μιὰ φωνὴ βραχνή, φωνὴ ἀργὴ ἀνθρώπου λιπόθυµου, ἀνθρώπου ἀπελπισμένου, ποὺ πέφτει καὶ σηκώνε- ται καὶ πάλι ξαναπέφτει, γιὰ νὰ μὴν ξανασηκωθεῖ. Τί εἶπε ὁ νυχτερινὸς ἐ- πισκέπτης, κανένας δὲν πρόλαβε νὰ καταλάβει. 'Ο Μιχάλης πετάχτηκε ἔ- ντροµος. Οἱ ἰταλοὶ καὶ οἱ γερμανοὶ κλωτσοῦσαν τὶς πόρτες καὶ δὲν ἄφη- ναν χρόνο γιὰ προφύλαξη ἢ γιὰ ἄμυνα. Τώρα τὸ πρᾶγμα ἦταν διαφορετικὀὸ καὶ πρωτόγνωρο. Πάλι κάποιος κτυπάει τὴν πόρτα τοῦ σταύλου. ᾽Αμηχανία καὶ ἐγρήγορση τῶν γονιῶν. "Αλαλοι κάθονται στὴ µονή τους ἡ μάνα καὶ τὰ παιδιά, Μόνο ὁ Μιχάλης δὲ χάνει τὴ Ψυχραιμία του, ἀλλ᾽ ἔχει κι ὅλας πά- ρει τὸν τσιφτέ, τὸ ντουφέκι του, καὶ τὸ ἔχει κρύψει κάτω ἀπὸ τὴ στρωσιὰ τῶν παιδιῶν. Καὶ ἡ ἀνθρώπινη φωνὴ ἕανα- κούστηκε ὡς φωνὴ ἐπιθανάτια. «Μιχάλη, Μιχάλη, ὁ θεός µου θέ- λησε νὰ ζήσω καὶ νὰ φθάσω ὣς ἐσένα. Αν καὶ ὁ δικός σου θεὸς τὸ θέλει, τό- τε μπορεῖς νὰ μὲ σώσεις!». Ὃ Μιχάλης ἄνοιξε τὴν πόρτα. Ὁ “Ἑβραῖος σωριάστηκε στὸ σουφᾶ τοῦ σταύλου, βαστώντας ἕνα σάκκο, κάτι σὰν μαξιλάρι καλορραμμένο., ποὺ µέσα εἶχε τὸ βιός του, τὰ χρήματα καὶ τὰ χρυσαφικά του, ὅσα μπόρεσε νὰ πάρει μαζί του µέσα στὴ δίνη τοῦ κατατρεγ- μοῦ ἀπὸ τοὺς γερμανούς. «Εἶμαι ὁ ᾿Εμμανουὴλ Φάρλεκ, εἶπε ὁ "Εβραῖος. Ἔρχομαι σ᾽ ἐσένα μὲ σύ- σταση τοῦ Δεσπότη ᾿Απόστολου. Πή- Ύαινε, μοῦ εἶπε, στὸν Μιχάλη. Αν μπορέσεις νὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ, θὰ σῶ- θεῖς. Καὶ νὰ ποὺ ὁ θεὸς τοῦ Δεσπότη θέλησε νὰ φθάσω ὡς ἐδῶ. 'Η ζωή µου εἶναι στὰ χέρια σου». «Ἕνας ξέναι ὁ θεός, ᾿ Εμμανουήλ, ἕ-
← καθαρισμένο κείμενο