ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

16ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1983

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 705 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
2 ἀπό 49
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο γουρουνέμπορας — ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, ΡΕΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 705 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 16

Κείμενο φύλλου

Ὁ Γουρουνέμπορας ] Η ἄσφαλτο ἀνοιγότανε μπρός μας ὁλόιση, κόψη ξυραφιοῦ --- λίγο πρὶν βαρήση ὁ ἥλιος γαλάνιζε --- καὶ στὸ βάθος, πέρα, μιὰ στροφὴ χαμογέλαε, πές ξερογλειφότανε, σαδιστικά, μὲ τὴν παλάβρα μας. «Καὶ τ εἶναι, ρέ», τοῦχα πῆ, «τετρακόσα χιλιόμετρα; Σάν ἀνοίξουμε μεῖς τὰ κανιά μας, τὰ μασήσαμε, τὰ φάγαμε!.. Γώ δέν κάθουμαι νὰ περιμένω τὰ τζέμς. "Αμα θές, ἔλα!..» Νύχτ ̓ ἀκόμα, μήτε χάραμμα, εἶχα σκώσει τὸ φίλο μου τὸ στρατολόγο (παίζαμε σκάκι, πάντα ἔχανε])-- «Δό ̓ μου το! Σήκω δό μου το! Τώρα!», καὶ τόχα πάρει -βλαστήμαγε --- σουρτό κάτ ̓ ἀπ ̓ τὴ σφραγῖδα του (φαίνετ ̓ ἀκόμα!) --- «Βρ’ ἔλα δῶ!» μοῦ φώναζε, «Θέλει ἀριθμὸ πρωτοκόλλου!» (Ψέμματα! Μὲ δούλευε!) ---, κι ἀπὸ πίσω ὁ Στέλιος, τὰ ἴδια («Δό ̓ μου το κ ̓ ἐμένα!» «Βρέ ἄ ̓ σιχτίρ κ ̓ ἐσύ! "Αντε, γειά σας!»), κ ̓ εἴχαμε ξαμολυθῆ σά νάσκασε χειροβομβίδα ὄξω ἀπ ̓ τὴ σκηνή του, ποὺ αὐτὸς τώρα ξαναγύρναε καὶ ξαναχωνόταν στὶς ζεστές κουβέρτες του --- «τί δυστυχία», σκεφτόμουνα, «ποὺ ξανακουκουλώνεται τὴν κόλασή του» --- κι ὄξω ἡ ἄσφαλτο, στὸ μισόφωτο, παγωμένη... Δίχως ταμπέλλα, δίχως τίποτα! Μι’ ἄσφαλτο ἔτσι, ποὺ ξεκίναγε αὐτοῦ γιὰ μᾶς, λίγα μέτρα ὄξω ἀπ ̓ τὶς κουβέρτες τοῦ στρατολόγου, καὶ δέν ἔγραφε τίποτα, δέν εἶχε ὄνομα, δέν τὴν ἤξερε ἄλλος στὸν κόσμο γιὰ τέτοια ποὺ τὴν εἴχαμ ̓ ἐμεῖς ὁλόδικιά μας, ἀποκλειστικιά μας: Ζωή κ ̓ ἐλευθερία μας! Κανείς ἄλλος ἔτσι τὴν ἴδια ἀσήμαντη ἄσφαλτο, τὴν ἴδια ὥρα, τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμή! Δηλαδή: Κάτι μοναδικό στὸν κόσμο, στὸ σύμπαν, στὸν ἄπειρο χρόνο καὶ χῶρο μόνο ἐμεῖς].. “Αμα τὸ σκεφτῆς ἔτσι (κ ̓ ἔτσι πρέπει νὰ τὸ σκέφτεσαι πάντα, τὸ κάθε τί) εἶναι κεραυνός!.. Κ ̓ ἔτσ ̓ εἴχαμε σταθῆ --- μὲ τὸ χαρτί, τ ̓ ἀπολυτήριο, στὸ χέρι (τ ̓ ἀπολυτήριο ἀπ ̓ τὸ θάνατο, ποὺ δέν τὸ πιστεύαμε τριάντα μῆνες πὼς θὰ τοῦ ξεφεύγαμε τάχα ἐμεῖς), μὲ τὶς ἀρβύλες, μὲ τ ̓ ἀστραφτερά τους πέταλα μπηγμένα μέσα της, στὰ τριψαλιασμένα κρύσταλλά της (ὀχτώ τοῦ Δεκέμβρη, ̓49, μὲ 5 ὑπό- ! μὰ μελλότανε μιά μέρα: τεντωμένο ἀτλάζι! παραγγελιά γιὰ μᾶς, ὅλη δικιά μας, γιορταστική μας, τέλεια ἀνέφεληῇ) -- κ ̓ εἴχαμε λοιπὸν αὐτοῦ σταθῆ, καρφωμένοι, δέν τὸ καλοπιστεύαμ ̓ ἀκόμα!.. Κ ̓ ὕστερα, πολύ ἁπλά, διπλώσαμε τὸ χαρτὶ καὶ τὸ χώσαμε στὴν τσέπη, σά λογαριασμό τοῦ μπακάλη. Βέβαιο ὅμως, μιὰ φορά, πὼς τόχαμε! Πιό βέβαιο κιόλας, πὼς ἄν ξαναγυρνούσαμε --- ἄκου τώρα! --- στ ̓ ἀντίσκηνό μας τὸ στημένο -- νά! στ ̓ ἀνηφοράκι! στὸ πράσινο πλατό! ποὺ πρὶν λίγο κοιμόμασταν ἀποκάτω του ζεστά"ζεστά! -- θὰ μᾶς λέγαν (ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ μᾶς ποῦν): Πολίτη, τί θές σὲ στρατιωτικό καταυλισμό; Καὶ νὰ τοῦ δίνουμε, χωρίς πολλά-πολλά!.. Βέβαια, ποιός τοὺς λογαριάζει! Αὐτοί, ἄκαπνοι --- μόλις μᾶς ἦρθαν οἱ φρέσκοι, τὰ γιαννάκια! --- κ ̓ ἐμεῖς, ὄχι καπνισμένοι, ὄχι ψημένοι, ὄχι δέν ξέρω τί διαόλοι μαῦροι ἀπ ̓ ὄλες τὶς μάχες τοῦ Ἐμφυλίου! Μὰ γιά σκέψου το! Μπορεῖς νὰ. τὸ συλλάβης; Πὼς πρὶν μιά ὥρα, οὔτε, ἤμασταν σάν τὴν πεταλοῦδα στὸ κουκούλι μας --- στ’ ἀντίσκηνό μας τ ̓ ἀμερικάνικο, διπλο-τριπλοαδιάβροχο, μὲ κουνουπιέρα καὶ μὲ πάτωμα, καὶ ντολμάδες ἔτσι τυλιγμένοι στὶς ἐγγλέζικες κουβέρτες μας, φωτιά! --- καὶ τώρα ἔτσι ὄξω, στὴν παγωνιά: Πολίτη, δίνε του! Δῶ εἶναι στρατοπεδία - ἔαφανίσου]!.. Ε, εἶναι καὶ κάτι βήματα, κάτι πέταλα ποὺ ρίχνουνται στὴν ἄσφαλτο, ἱκανά κ ̓ ἐλέφαντα νὰ τίναζαν Ψηλά, νὰ μήν μπορῇ νὰ ξανάβρη τὴν ἰσορροπία του ἀπ ̓ τὸ τίναγμα, τόσο δυνατά ποὺ ρίχτηκαν, γιὰ νὰ φᾶν τετρακόσα χιλιόμετρα ὅλα μονορούφι! Στὴ στροφή ποὺ χαχάνιζε σκασμένη στὰ γέλια μᾶς πρόλαρε κι ὁ ἥλιος, φρέσκοςφρέσκος ἀπ ̓ τὶς κορφές! Καὶ τ ̓ ἀτλάζι, πράγματι, τριζάτο! Κ ̓ ἡ παγωνιά, λές πιό δυ-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →