ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
16ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1983
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο γουρουνέμπορας — ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, ΡΕΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Ὁ Γουρουνέμπορας
]
Η ἄσφαλτο ἀνοιγότανε μπρός µας ὁλόιση, κόψη ξυραφιοῦ --- λίγο πρὶν βαρήση
ὁ ἥλιος γαλάνιζε --- καὶ στὸ βάθος, πέρα, μιὰ στροφὴ χαμογέλαε, πές ξερογλειφότα-
νε, σαδιστικά, μὲ τὴν παλάβρα µας. «Καὶ τ εἶναι, ρέ», τοῦχα πῆ, «τετρακόσα χιλιό-
µετρα; Σάν ἀνοίξουμε μεῖς τὰ κανιά µας, τὰ µασήσαμε, τὰ φάγαµε!.. Γώ δέν κάθου-
μαι νὰ περιμένω τὰ τζέµς. "Αμα θές, ἔλα!..»
Νύχτ᾽ ἀκόμα, μήτε χάραμμα, εἶχα σκώσει τὸ φίλο µου τὸ στρατολόγο (παίζαμε
σκάκι, πάντα ἔχανε])-- «Δό᾽ μου το! Σήκω δό μου το! Τώρα!», καὶ τόχα πάρει --
βλαστήμαγε --- σουρτό κάτ᾽ ἀπ᾿ τὴ σφραγῖδα του (φαίνετ᾽ ἀκόμα!) --- «Βρ’ ἔλα δῶ!»
μοῦ φώναζε, «Θέλει ἀριθμὸ πρωτοκόλλου!» (Ψέμματα! Μὲ δούλευε!) ---, κι ἀπὸ πίσω
ὁ Στέλιος, τὰ ἴδια («Δό᾽ µου το κ᾿ ἐμένα!» «Βρέ ἄ᾽ σιχτίρ κ᾿ ἐσύ! "Αντε, γειά σας!»),
κ᾽ εἴχαμε ξαμολυθῆ σά νάσκασε χειροβομβίδα ὄξω ἀπ᾽ τὴ σκηνή του, ποὺ αὐτὸς τώ-
ρα ξαναγύρναε καὶ ξαναχωνόταν στὶς ζεστές κουβέρτες του --- «τί δυστυχία», σκε-
φτόμουνα, «ποὺ ξανακουκουλώνεται τὴν κόλασή του» --- κι ὄξω ἡ ἄσφαλτο, στὸ µι-
σόφωτο, παγωμένη... Δίχως ταμπέλλα, δίχως τίποτα! Μι’ ἄσφαλτο ἔτσι, ποὺ ξεκίνα-
γε αὐτοῦ γιὰ μᾶς, λίγα µέτρα ὄξω ἀπ᾽ τὶς κουβέρτες τοῦ στρατολόγου, καὶ δέν ἔγρα-
φε τίποτα, δέν εἶχε ὄνομα, δέν τὴν ἤξερε ἄλλος στὸν κόσμο γιὰ τέτοια ποὺ τὴν εἴχαμ᾽
ἐμεῖς ὁλόδικιά µας, ἀποκλειστικιά µας: Ζωή κ᾿ ἐλευθερία µας! Κανείς ἄλλος ἔτσι τὴν
ἴδια ἀσήμαντη ἄσφαλτο, τὴν ἴδια ὥρα, τὴν ἴδια ἐκείνη στιγµή! Δηλαδή: Κάτι μοναδι-
κό στὸν κόσµο, στὸ σύμπαν, στὸν ἄπειρο χρόνο καὶ χῶρο µόνο ἐμεῖς]..
“Αμα τὸ σκεφτῆς ἔτσι (κ᾿ ἔτσι πρέπει νὰ τὸ σκέφτεσαι πάντα, τὸ κάθε τί) εἶναι
κεραυνός!.. Κ᾿ ἔτσ᾽ εἴχαμε σταθῆ --- μὲ τὸ χαρτί, τ᾽ ἀπολυτήριο, στὸ χέρι (τ᾽ ἀπολυτή-
ριο ἀπ᾿ τὸ θάνατο, ποὺ δέν τὸ πιστεύαμε τριάντα μῆνες πὼς θὰ τοῦ ξεφεύγαµε τάχα ἐ-
μεῖς), μὲ τὶς ἀρβύλες, μὲ τ᾽ ἀστραφτερά τους πέταλα μπηγµένα µέσα της, στὰ τριψα-
λιασµένα κρύσταλλά της (ὀχτώ τοῦ Δεκέμβρη, ᾿49, μὲ 5 ὑπό- ! μὰ µελλότανε μιά µέ-
ρα: τεντωμένο ἀτλάζι! παραγγελιά γιὰ μᾶς, ὅλη δικιά µας, γιορταστική µας, τέλεια
ἀνέφεληῇ) -- κ᾿ εἴχαμε λοιπὸν αὐτοῦ σταθῆ, καρφωμένοι, δέν τὸ καλοπιστεύαμ᾿
ἀκόμα!..
Κ᾽ ὕστερα, πολύ ἁπλά, διπλώσαμε τὸ χαρτὶ καὶ τὸ χώσαμε στὴν τσέπη, σά λο-
γαριασμό τοῦ µπακάλη. Βέβαιο ὅμως, μιὰ φορά, πὼς τόχαμε! Πιό βέβαιο κιόλας,
πὼς ἄν ξαναγυρνούσαμε --- ἄκου τώρα! --- στ᾿ ἀντίσκηνό μας τὸ στημένο -- νά! στ᾽
ἀνηφοράκι! στὸ πράσινο πλατό! ποὺ πρὶν λίγο κοιμόμασταν ἀποκάτω του ζεστά-
"ζεστά! -- θὰ μᾶς λέγαν (ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ μᾶς ποῦν): Πολίτη, τί θές σὲ στρατιωτι-
κό καταυλισμό; Καὶ νὰ τοῦ δίνουμε, χωρίς πολλά-πολλά!..
Βέβαια, ποιός τοὺς λογαριάζει! Αὐτοί, ἄκαπνοι --- μόλις μᾶς ἦρθαν οἱ φρέσκοι,
τὰ γιαννάκια! --- κ᾿ ἐμεῖς, ὄχι καπνισμένοι, ὄχι ψημένοι, ὄχι δέν ξέρω τί διαόλοι μαῦ-
ροι ἀπ᾿ ὄλες τὶς μάχες τοῦ Ἐμφυλίου! Μὰ γιά σκέψου το! Μπορεῖς νὰ. τὸ συλλάβης;
Πὼς πρὶν μιά ὥρα, οὔτε, ἤμασταν σάν τὴν πεταλοῦδα στὸ κουκούλι μας --- στ’ ἀντί-
σκηνό µας τ᾽ ἀμερικάνικο, διπλο-τριπλοαδιάβροχο, μὲ κουνουπιέρα καὶ μὲ πάτωμα,
καὶ ντολμάδες ἔτσι τυλιγμένοι στὶς ἐγγλέζικες κουβέρτες µας, φωτιά! --- καὶ τώρα
ἔτσι ὄξω, στὴν παγωνιά: Πολίτη, δίνε του! Δῶ εἶναι στρατοπεδία - ἔαφανίσου]!..
Ε, εἶναι καὶ κάτι βήματα, κάτι πέταλα ποὺ ρίχνουνται στὴν ἄσφαλτο, ἱκανά κ᾽
ἐλέφαντα νὰ τίναζαν Ψηλά, νὰ μήν μπορῇ νὰ ξανάβρη τὴν ἰσορροπία του ἀπ᾽ τὸ τί-
ναγµα, τόσο δυνατά ποὺ ρίχτηκαν, γιὰ νὰ φᾶν τετρακόσα χιλιόμετρα ὅλα μονορού-
φι! Στὴ στροφή ποὺ χαχάνιζε σκασµένη στὰ γέλια μᾶς πρόλαρε κι ὁ ἥλιος, φρέσκος-
φρέσκος ἀπ᾽ τὶς κορφές! Καὶ τ᾽ ἀτλάζι, πράγματι, τριζάτο! Κ᾿ ἡ παγωνιά, λές πιό δυ-