ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

124ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7189 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
36 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η γιαγιά μου και οι Όβριοί — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7189 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 124

Κείμενο φύλλου

μα ΠΙΑΛΡΟΝΙΚΑ Ἢ γιαγιά μου καὶ οἱ ὁβριοὶ Φωτιὲς μᾶς ἄναψε ὁ κ. Κ. Πλεύρης («Λαυλὸς» τ. [21] σελ. 6977) μὲ τὰ ἑλληνικά, τὰ χριστιανικἁ καὶ τὰ ἀλαλοὺμ ἑλληνοχριστιανικά μας! Πασχίζοντας κι ἐγὼ μιὰ ζωή νὰ συνταιριάσω τὰ ὀξύμωρα καὶ ἀντιφατικά, νὰ ἰσορροπήσω ἀνάμεσα στὶς ἕλξεις καὶ τὶς ἀπωθήσεις ἔχασα τὴν οὐσία. Γι ̓ αὐτὸ κάθε φορὰ ποὺ ὀρθώνονται μπροστά μου οἱ Ερινύες, θυμᾶμαι τὴ γιαγιά μου, ποὺ τὰ τριακόσια σήμαντρα κι ̓ οἱ ἑξηνταδυὸ καμπάνες τὴν εἶχαν τόσο κουφάνει, ποὺ ἔβγαινε στὸ χαγιάτι μὲ τὶς ἀστροφεγγιὲς καὶ φέρνοντας ἑναγύρω τὸ βλέμμα στὸ βόρειο ἡμισφαίριο ρωτοῦσε τ ̓ ἀστέρια γιὰ τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιᾶ. Κι ̓ ἐγώ, ποὺ στὸ αἷμα μου βούιζε καὶ γελοῦσε ἡ θάλασσα, τῆς μιλοῦσα γιὰ τὴ γοργόνα -- Ζῆ ὁ βασιλιᾶς ̓Αλέξανδρος; --- Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά̓ναι - Τὰ ποῖα; Τ ̓ εἴχαμε καὶ τὸ χάσαμε; Μὰ ἐκείνη, μακαρία μέσα στὴν κουφαμάρα της, ὀνειρολογοῦσε ἀπτόητη: «Κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος». Καὶ τότε στύλωνα τὰ μάτια στὰ σπλάγχνα τῆς νύχτας, μήπως καὶ διακρίνω τὸ λαμπερὸ ἐλπιδοφόρο ἀστέρι, μὰ βλέποντας μονάχα σκιὲς ἀπαίσιες, τοὺς μελανοχίτωνες ροπαλοφόρους ν ̓ ἀκολασταίνουν οὐρλιάζοντας, ζητοῦσα καταφυγὴ στὸ ζεστό τῆς στόμα, κι ἂς ἤξερα πὼς ἦταν κι ὅλας φευγάτη. «Νενίκηκά σε, Σολομῶν», ἀχνοψιθύριζε μέσα στὴν ἔκστασή τῆς κι ἔπαιρνε βαθειὲς βουτιὲς στ ̓ ἀνοιχτὰ τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν. Κι ἔτσι τὸ πηγαίναμε μέχρι τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ποὺ τιμημένη μυροφόρα πάνω στὰ ὕψη τοῦ Γολγοθᾶ δὲ μιλοῦσε, δὲν ἔτρωγε, ἔπινε μόνο ξύδι καὶ μυριολογοῦσε ὁλημερίς, βρίζοντας κι ἀναθεματίζοντας τοὺς «ἄνομους ἑβραίους». «Σήμερα μαῦρος οὐρανός, σήμερα μαύρη μέρα», θρηνολογοῦσε κι ἐγὼ εὐφραινόμουνα μὲ τὰ λαμπριάτικα κουλουράκια, ποὺ μοσχοβολοῦσαν μέσα στὰ κόκκινα πανεράκια τους. Γιατί μὲ εἶχε ταράξει στὴ νηστεία καὶ ἡ εὐκαιρία ἦταν μοναδική. Ἔτσι λογάριαζα χωρὶς τὸν ξενοδόχο, κι ὅταν μὲ πῆρε εἴδηση, ποιός εἶδε τὸ χάροντα καὶ δὲν τὸν ἐφοβήθη. Παρατάει τὸ μυριολόϊ σύξυλο, ἁρπάζει τὴ μασιὰ καὶ μὲ παίρνει στὸ κυνήγι. « ̓Οβριά, Τούρκα. Μᾶς ἔκαψες. Μπά, γρουσουζιά, χρονιάρα μέρα, κι εἶναι καὶ σαββατογεννημένη π ̓ ἀνάθεμά τη», ξεσήκωνε τὸ σπίτι μὲ τὶς φωνές της, ἀλλὰ ἐγώ, ἀσφαλισμένη πιὰ στὸ ὑπόγειο πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα κρασοβάρελα, ἀπολάμβανα τὰ κουλουράκια, ποὺ εἶχα προλάβει νὰ πάρω στὸ φευγιό μου. Ἢ γιαγιὰ ὅμως, ποὺ δὲ χωράτευε μὲ τοὺς ὁβριούς, τὶς νηστεῖες καὶ τὰ σαββατογεννήματα, ἦταν ἕνα κομμάτι μάλαμα. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, πρὶν ἀκόμα φέξει καλὰ-καλά, ἔνοιωσα ἕνα χέρι νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν πιὸ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ κόσμου νὰ μοῦ λέει: «Ξύπνα, βαϊζούλα μου. Σήκω, κοριτσάκι μου. Πᾶμε νὰ σπάσουμε τὴ στάμνα στὴν πομπὴ τῶν ̓Ιουδαίων. Πρώτη ̓Ανάσταση σήμερα!». Ἔψαξε κι ἐβρῆκε μιὰν ἄχρηστη ραγισμένη στάμνα κι ἔβγαλε τὸ ἄχτι τῆς γιὰ τοὺς ὁβριούς, κάνοντάς την χίλια κομμάτια. «--- Νά, σταυρωτῆδες! --- Οἱ ὁβριοί, γιαγιά, εἶναι κακοί; -- Οὔ, τὰ σκυλιά! --- -ςὋ προφήτης ̓Ηλίας ἡταν καλός; --- Μεγάλος ἅγιος! --- Ὅμως ὁβριὸς ἤτανε καὶ εἶχε σφάξει κόσμο καὶ κοσμάκη. -- Χριστὸς καὶ Παναγιά!.. "Οχι, βρὲ χαζό... Μὲ κάποιον ἄλλον τὸν μπερδεύεις. Ἔλα τώρα, πᾶμε ν ̓ ἀσπρίσουμε τὰ ποδαρά-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →