ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

124ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7207 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Κρίση — ΔΕΦΝΕΡ, ΟΘΩΝ
    ἀρχή: σελ. 7207 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 124

Κείμενο φύλλου

--. 10 ΑΡΟΝΟΓΡΙΦΗΛΜΑ Κρίση "Ηταν ἕνα γλυκὸ βράδυ --ἀλκυονίδες μέρες--- καὶ πηγαίναμε μὲ τὸν ἕάδερφό μου καὶ δυὸ κοπέλλες μὲ τὸ αὐτοκίνητό του πρὸς τὴ Γλυφάδα. Μ ̓ ἀρέσουν οἱ ἀττικὲς νύχτες. Τὸ μαγνάδι τοῦ σκοταδιοῦ κρύβει φιλόστοργα τὴν ἀθηναϊκὴ γυφτιᾶ καὶ ἀσχήμια. ́Όταν τὰ φῶτα τῆς ̓Αθήνας λάμπουν στὸν νυχτερινὸ οὐρανό, τότε ὀνειρεύομαι τὸν ἰδανισμό, τὸν μόνο -ισμὸ ποὺ λατρεύω. Καὶ λαχταρῶ τὴ ζωὴ ποὺ ἔχω ἢ δὲν ἔχω ζήσει. Στὴ στροφἢὴ τῆς ̓Αμφφιθέας δίπλα σ ̓ ἕνα παλατιακὸ μπουζουξήδικο μπροστά μας βρισκότανε μιὰ Μερσεντές, ἡ ὁποία μᾶς πήγαινε καροτσάκι. Καθὼς τὴν προσπερνοῦσε ὁ ξάδερφός μου εἶπε ἐκνευρισμένος: «Ὅλοι λένε κρίση-κρίση, ἀλλὰ τὰ φαγάδικα καὶ τὰ κέντρα εἶναι γεμᾶτα καὶ στοὺς δρόμους βλέπεις ὅλο πολυτελῆ αὐτοκίνητα. Τὸ νᾶχεις Μερσεντὲς ατὴ Γερμανία δὲν εἶναι τόσο σπουδαῖο, ἀλλὰ στὴν Ελλάδα αὐτὰ τὰ ἆμάξια εἶναι πολὺ ἀκριβὰ γιὰ τὸ βαλάντιό μας». «Ο πατέρας μου λέει, ὅτι πιὸ πολλὲς Μερσεντὲς βλέπεις στὴν ̓Ελλάδα παρὰ στὴ Γερμανία», εἶπα ἐγώ. «Αὐτὸ εἶναι ὑπερβολή. ̓Αλλὰ ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν πάρα πολλὲς Βμνν. Γιατὶ ἡ ΒΜΝ/ θεωρεῖται ἐδῶ τὸ σύμβολο τοῦ ἐπιτυχημένου». « ̓ Εμένα δὲν μ ̓ ἀρέσουν οἱ ΒΜνν», εἶπε ἡ μία κοπέλλα, ποὺ μόλις εἷχε πάρει δίπλωμα ὁδηγήσεως. «Εἶναι ἀσταθῆ καὶ γιὰ τοῦτο ἐπικίνδυνα γιὰ τὸν ἀκατατόπιστο ὁδηγὸ αὐτοκίνητα. Καὶ νὰ μοῦ χαρίζανε μία, δὲν θὰ ἔπαιρνα». «Τὸ ζήτημα εἶναι», συμπλήρωσε ὁ ξάδερφός μου, «ποῦ βρίσκουν λεφτὰ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ κάνουνε τέτοια μεγάλη ζωή; “Ὅλοι κλαίγονται ὅτι πεινᾶνε καὶ δὲν ἔχουν οὔτε νὰ ξύσουν τὰ δόντια τους». «Μπαέίσι καὶ ρουσφέτι», πέταξα ἐγὼ τουρκιστί. «Κομπίνες καὶ λοβιτοῦρες», εἶπαν μὲ μιὰ φωνὴ καὶ οἱ δύο κοπέλλες σὲ ἄλλη γλῶσσα. « ̓ ̓Ακριβῶς! Ὅλοι τὰ παίρνουν. Στὴ δεκαετία τοῦ ̓ ̓50 ἡ μεσαία τάξη ἦταν τίμια καὶ δὲν χρηματιζότανε. ̓Αν γινόταν τίποτα, ἦταν σὲ πολὺ Ἄψηλὰ κλιμάκια καὶ σὲ δάνεια δεκάδων ἑκατομμυρίων». «Οἱ ξένοι δὲν ἀγοράζονται ἔτσι εὔκολα σὰν καὶ μᾶς τώρα», εἶπα ἐγώ. «Γιατὶ αὐτοὶ ἔχουν πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ὑποδομή», συνέχισε ὁ ξάδερφός μου. « ̓Εδῶ τὸ δαιμόνιο τοῦ Ἕλληνα προσαρμόστηκε ἀμέσως στὸν καταναλωτισμό, γιὰ νὰ ἀγοράσει -- διὰ πλαγίων τρόπων, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ ξεπατωθεῖ στὴ δουλειὰ--- αὐτοκίνητο, ἐξοχικὸ καὶ σκάφος. Ἢ παραοικονομία εἶναι τριτοκοσμικὸ φαινόμενο. Τὸ μεγαλύτερο κακὸ ὅμως ἔγινε τὰ τελευταῖα δέκα χρόνια: Κοινωνικοποιήθηκε ὁ καπιταλισμός, ἔγινε κτῆμα τοῦ λαοῦ. ̓Αν παλιὰ κλέβαν οἱ λίγοι, τώρα κλέβουν οἱ πολλοί. Κι ἐμεῖς ποὺ προχωρᾶμε στὴ ζωὴ μὲ τὴν ἁγιαστούρα εἴμαστε ρετρὸ καὶ ἄουτ. ἪΝ εἶναι οἱ λοβιτουρατζῆδες καὶ οἱ ρεμουλαδόροι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους ἔξυπνο καὶ ἐμᾶς μᾶς κοροϊδεύουν σὰν λεβεντομαλάκες». Ὅταν ἄκουσαν αὐτὰ οἱ δύο κοπέλλες ποὺ κάθονταν πίσω, (ὅπως εἶδα ἕνα βράδυ, δὲν πληρώνεις κάτω ἀπὸ πεντοχίλιαρο. Κι ἐμεῖς εἴμαστε νέοι: δὲν μποροῦμε νὰ μὴ βγοῦμε ἔξω. Οἱ περισσότεροι στὴν ̓Ελλάδα ἀπὸ τὸ καθρεφτάκι), ξύνισαν τὰ μοῦτρα τους. Γιατὶ ὁ θεῖος τοὺς ἦταν οἰκονομολόγος, ἐπιστημονικὸς σύμβουλος τοῦ κράτους. Μὲ τὰ ποικίλα
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →