ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
124ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Γράμμα προς την ποιήτρια Κασιανή — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΚΟΥΡΗ
Ἶ Γράμμα πρὸς τὴν ποιήτρια Κασιανὴ
« ̓Αφήσαμε σακάτηδες ν ̓ ἀνέβουν στ ̓ ἄλογά μας»
το ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «ἀν
Κασιανὴ ἀδερφή μου,
ΓΟ κόσμος σὲ μπερδεύει, ὅμως ἐγὼ ξέρω
πὼς δὲν ἤσουν ἐσὺ ἡ ἁμαρτωλὴ τῆς Μεγάλης
Τρίτης, ὅσο κι ἂν δὲν τὸ πιστεύεις ἡ Ἰδια.
"Ἠταν ἐκείνη ἡ κοπέλα τῆς Γαλιλαίας,
μὲ τοὺς μαύρους βοστρύχους καὶ τὰ βαθιὰ
μπλὲ μάτια, ποὺ ξεκούραζε τοὺς φριγμένους
καμηλιέρηδες τῆς ἐρήμου. Ἢ τίγρις
τῶν ἄγονων πέτρινων λόφων, ποὺ μὲ τ ̓ ἀστραφτερὰ
λευκά τῆς δόντια τραγάνιζε τὶς
φλεγόμενες ἀρσενικὲς σάρκες, μένοντας ἡ
ἴδια παντελῶς ἀδιάφορη.
Θησαυρὸς στὰ σεντούκια τῆς οἱ πολύτιμες
πέτρες καὶ τ ̓ ἀρώματα τῆς ̓Αραβίας.
Τὰ κύτταζε, κι ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο
μισάνοιγε τὰ χείλη της, ποὺ δὲν ἤξερες ἂν
ἦταν θρίαμβος, μῖσος ἢ περιφρόνηση. Ἢταν
φορὲς ποὺ ἔφερνε τὴν ἀπαλάμη στὸ
λαιμό, σὰ νὰ πνιγόταν. Κι ἄλλοτε πάλι, ὅταν
ὁ ἥλιος εἶχε πιὰ γιὰ τὰ καλὰ βασιλέΨει,
διάταζε τὴν ἄβρα της νὰ τοὺς διώξει ὅλους
καὶ νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν ἐξώπορτα.
Κι ὅταν ἡ αὐλὴ ἄδειαζε καὶ καθάριζε ὁ ἀέρας,
ἄνοιγε τὸ παράθυρο καὶ στεκόταν
μπροστά του γιὰ ὥρα πολλὴ κυττώντας πέρα
κατὰ τὴ λίμνη Γενησαρέτ, ἐκεῖ ποὺ τὰ
νερὰ κι ὁ οὐρανὸς ἑνώνονταν καὶ γίνονταν
αἰθέρας. Κάτι ἀνάδευε τότε μέσα της, κάτι
σκιρτοῦσε γλυκὰ σὰ σπλάχνο νεαρῆς μητέρας,
σὰ μικρὸ τρυφερὸ πουλί, ποὺ ράμφιζε
τὸ στῆθος της καὶ τὴν πονοῦσε, ζωὴ ἀνερχόμενη
ποὺ λαχταροῦσε νὰ γεννηθεῖ στὸ
φῶς.
Στεναγμοὶ πνιχτοὶ τὴ συντάραζαν τότε,
βουβοὶ λυγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα κυλοῦσαν
ποτάμι. Κι ἄρχισε νὰ ξεσκίζει τὰ μετάξια,
νὰ χτυπάει τοὺς τοίχους μὲ τὶς ἀστραφτερὲς
πέτρες καὶ νὰ χύνει τὰ μύρα στὸ πάτωμα.
Μέσ ̓ ἀπὸ τὴ βαρειὰ κουρτίνα ἡ ἄβρα
τὴν κυττοῦσε φοβισμένη καὶ πίστευε πὼς ἡταν
δαιμονισμένη.
Κι ὅταν ἀνέβηκε στὰ “Ιεροσόλυμα γιὰ
τὴν ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, τὸν εἶδε μὲ τὸ
μαστίγιο ὑψωμένο νὰ καθαρίζει τὸ Ναὸ ἀπὸ
τοὺς ἐμπόρους καὶ ἄγρια, πρωτόγνωρη
χαρὰ φουρτούνιασε μέσα της. «Χτύπα», ἔβγαλε
στριγγιὰ κραυγή, ποὺ τὴν κατάπιε τὸ
πλῆθος.
Δυὸ ἀθῷα μάτια στυλώθηκαν ἀπάνω της
καὶ στὴ στιγμὴ ἀπόθεσε τὸ βαρὺ πουγγί
τῆς στὰ χέρια τοῦ παιδιοῦ, νιώθοντας τὸ
πρῶτο ξαλάφρωμα. «Χτύπα, ἀναποδογύρισε
τὰ πάντα, μὴν ἀφήνεις τίποτα ὄρθιο», οὔρλιαζε
τώρα. Κι ἄρχισε νὰ γελάει σιγανά,
πνιχτὰ στὴν ἀρχή, μέχρι ποὺ ξέσπασε σ ̓ ἕναν
ὑστερικὸ θρίαμβο: καὶ τότε Τὸν εἶδε
μπροστά τῆς νὰ τὴν κυττάζει γαλήνιος.
Ποῦ εἶχε πάει τόση ὀργή; Παράξενα
ποὺ ἦταν τὰ μάτια του, κοντινὰ καὶ μακρυνὰ
μαζὶ κι ἔμοιαζαν μὲ τὰ δικά της. ̓Αστραπὴ
χτύπησε τὸ νοῦ τῆς ἡ σκέψη, μήπως
καὶ ἦταν ὁ χαμένος τῆς ἀδερφός.
«Μαρία», εἶπε τότε ̓Εκεῖνος.
Καὶ τὸ μικρὸ τρυφερὸ πουλί, ποὺ χρόνια
ἀνάδευε μέσα στὸ στῆθος της, τώρα τὸ
ἔσπασε κι ἕνας λυγμὸς λυτρωτικὸς τὴ σώριασε
κάτω ξέπνοη κι ἄρχισε νὰ τυλίγη μὲ
τὸν πέπλο τὸ κορμί τῆς, ποὺ ἐκείνη τὴ
στιγμὴ τὸ ἔνιωθε πολὺ βρώμικο.
Ποιός ἦταν αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, ποὺ τὴν
καλοῦσε μὲ τὸ ὄνομά της καὶ πῶς τὸ ἤξερε,
ἀφοῦ κι ἡ ἴδια τὸ εἶχε σχεδὸν ξεχάσει; Ἢ
ἄβρα τὴν ἀποκαλοῦσε «κυρά μου» καὶ οἱ
περαστικοὶ ἐραστὲς μὲ ἀηδιαστικὰ ἐρωτόλογα.
Μόνο στὶς στιγμὲς τῆς μαύρης ἐρημιᾶς
της μιὰ διάφανη, γλυκειὰ γυναικεία
μορφὴ ἐρχόταν ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου, ἔσκυβε
πάνω τῆς καὶ τὴν παρηγοροῦσε.
«Μαρία, κοριτσάκι μου».
Μαρία! Στὰ σίγουρα αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά
της.
"Ὅταν στήθηκε ὀρθή, Τὸν εἶδε νὰ χάνεται
ἀνάμεσα στὰ λιόδεντρα μὲ τὸ πλῆθος
νὰ τὸν παίρνει τὸ κατόπι. ̓ Ακολούθησε κι
αὐτὴ σὲ κάποια ἀπόσταση καὶ δὲν ἔπαψε
νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, γιὰ πάντα.
Κοντά του βρέθηκε, λίγο πρὶν ἀρχίσει
ἡ μεγάλη ἀνάβαση, ὅταν πεσμένη μπρούμυτα
δρόσιζε τὰ κουρασμένα πόδια του μὲ
τὸ πολύτιμο μῦρο καὶ ὕστερα πάλι στὴν
κορυφὴ τοῦ πάθους δίπλα στὴ μαύρη μάνα
του, ὅταν οἱ μαθητές, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ̓Ιωάννη,
εἶχαν γίνει ἄφαντοι ἀπὸ φόβο κι ἀπογοήτευσῃ.
̓Εκεῖνος δὲν τῆς ξαναμίλησε παρὰ μόνο
μπροστὰ στὸν ἀποκυλισμένο λίθο τοῦ θανάτου,
ὅταν, μέσα στὴν πιὸ μαύρη νύχτα τοῦ