ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

124ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7209 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
56 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Γράμμα προς την ποιήτρια Κασιανή — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7209 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 124

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΚΟΥΡΗ το ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «ἀν Ἶ Γράμμα πρὸς τὴν ποιήτρια Κασιανὴ «᾿Αφήσαμε σακάτηδες ν᾿ ἀνέβουν στ᾿ ἄλογά µας» Κασιανὴ ἀδερφή μου, ΓΟ κόσμος σὲ μπερδεύει, ὅμως ἐγὼ ξέρω πὼς δὲν ἤσουν ἐσὺ ἡ ἁμαρτωλὴ τῆς Μεγά- λης Τρίτης, ὅσο κι ἂν δὲν τὸ πιστεύεις ἡ Ἰ- δια. "Ἠταν ἐκείνη ἡ κοπέλα τῆς Γαλιλαίας, μὲ τοὺς μαύρους βοστρύχους καὶ τὰ βαθιὰ μπλὲ μάτια, ποὺ ξεκούραζε τοὺς φριγμέ- νους καμηλιέρηδες τῆς ἐρήμου. Ἢ τίγρις τῶν ἄγονων πέτρινων λόφων, ποὺ μὲ τ᾽ ἀ- στραφτερὰ λευκά τῆς δόντια τραγάνιζε τὶς φλεγόμενες ἀρσενικὲς σάρκες, μένοντας ἡ ἴδια παντελῶς ἀδιάφορη. Θησαυρὸς στὰ σεντούκια τῆς οἱ πολύ- τιμες πέτρες καὶ τ᾽ ἀρώματα τῆς ᾿Αραβίας. Τὰ κύτταζε, κι ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο μισάνοιγε τὰ χείλη της, ποὺ δὲν ἤξερες ἂν ἦταν θρίαμβος, μῖσος ἢ περιφρόνηση. Ἢ- ταν φορὲς ποὺ ἔφερνε τὴν ἀπαλάμη στὸ λαιμό, σὰ νὰ πνιγόταν. Κι ἄλλοτε πάλι, ὅ- ταν ὁ ἥλιος εἶχε πιὰ γιὰ τὰ καλὰ βασιλέ- Ψει, διάταζε τὴν ἄβρα της νὰ τοὺς διώξει ὅ- λους καὶ νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν ἐξώπορτα. Κι ὅταν ἡ αὐλὴ ἄδειαζε καὶ καθάριζε ὁ ἀέ- ρας, ἄνοιγε τὸ παράθυρο καὶ στεκόταν μπροστά του γιὰ ὥρα πολλὴ κυττώντας πέ- ρα κατὰ τὴ λίμνη Γενησαρέτ, ἐκεῖ ποὺ τὰ νερὰ κι ὁ οὐρανὸς ἑνώνονταν καὶ γίνονταν αἰθέρας. Κάτι ἀνάδευε τότε μέσα της, κάτι σκιρτοῦσε γλυκὰ σὰ σπλάχνο νεαρῆς μητέ- ρας, σὰ μικρὸ τρυφερὸ πουλί, ποὺ ράμφιζε τὸ στῆθος της καὶ τὴν πονοῦσε, ζωὴ ἀνερ- χόμενη ποὺ λαχταροῦσε νὰ γεννηθεῖ στὸ φῶς. Στεναγμοὶ πνιχτοὶ τὴ συντάραζαν τότε, βουβοὶ λυγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα κυλοῦσαν ποτάμι. Κι ἄρχισε νὰ ξεσκίζει τὰ μετάξια, νὰ χτυπάει τοὺς τοίχους μὲ τὶς ἀστραφτε- ρὲς πέτρες καὶ νὰ χύνει τὰ μύρα στὸ πάτω- μα. Μέσ᾽ ἀπὸ τὴ βαρειὰ κουρτίνα ἡ ἄβρα τὴν κυττοῦσε φοβισμένη καὶ πίστευε πὼς ἡ- ταν δαιμονισμένη. Κι ὅταν ἀνέβηκε στὰ “Ιεροσόλυμα γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, τὸν εἶδε μὲ τὸ μαστίγιο ὑψωμένο νὰ καθαρίζει τὸ Ναὸ ἀ- πὸ τοὺς ἐμπόρους καὶ ἄγρια, πρωτόγνωρη χαρὰ φουρτούνιασε μέσα της. «Χτύπα», ἔ- βγαλε στριγγιὰ κραυγή, ποὺ τὴν κατάπιε τὸ πλῆθος. Δυὸ ἀθῷα μάτια στυλώθηκαν ἀπάνω της καὶ στὴ στιγμὴ ἀπόθεσε τὸ βαρὺ πουγγί τῆς στὰ χέρια τοῦ παιδιοῦ, νιώθοντας τὸ πρῶτο ξαλάφρωμα. «Χτύπα, ἀναποδογύρισε τὰ πάντα, μὴν ἀφήνεις τίποτα ὄρθιο», οὔρ- λιαζε τώρα. Κι ἄρχισε νὰ γελάει σιγανά, πνιχτὰ στὴν ἀρχή, μέχρι ποὺ ξέσπασε σ᾽ ἕ- ναν ὑστερικὸ θρίαμβο: καὶ τότε Τὸν εἶδε μπροστά τῆς νὰ τὴν κυττάζει γαλήνιος. Ποῦ εἶχε πάει τόση ὀργή; Παράξενα ποὺ ἦταν τὰ μάτια του, κοντινὰ καὶ µακρυ- νὰ μαζὶ κι ἔμοιαζαν μὲ τὰ δικά της. ᾿Α- στραπὴ χτύπησε τὸ νοῦ τῆς ἡ σκέψη, μή- πως καὶ ἦταν ὁ χαμένος τῆς ἀδερφός. «Μαρία», εἶπε τότε ᾿Εκεῖνος. Καὶ τὸ μικρὸ τρυφερὸ πουλί, ποὺ χρό- νια ἀνάδευε μέσα στὸ στῆθος της, τώρα τὸ ἔσπασε κι ἕνας λυγμὸς λυτρωτικὸς τὴ σώ- ριασε κάτω ξέπνοη κι ἄρχισε νὰ τυλίγη μὲ τὸν πέπλο τὸ κορμί τῆς, ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἔνιωθε πολὺ βρώμικο. Ποιός ἦταν αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, ποὺ τὴν καλοῦσε μὲ τὸ ὄνομά της καὶ πῶς τὸ ἤξερε, ἀφοῦ κι ἡ ἴδια τὸ εἶχε σχεδὸν ξεχάσει; Ἢ ἄβρα τὴν ἀποκαλοῦσε «κυρά μου» καὶ οἱ περαστικοὶ ἐραστὲς μὲ ἀηδιαστικὰ ἐρωτό- λογα. Μόνο στὶς στιγμὲς τῆς μαύρης ἐρη- μιᾶς της μιὰ διάφανη, γλυκειὰ γυναικεία μορφὴ ἐρχόταν ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου, ἔ- σκυβε πάνω τῆς καὶ τὴν παρηγοροῦσε. «Μαρία, κοριτσάκι μου». Μαρία! Στὰ σίγουρα αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνο- μά της. "Ὅταν στήθηκε ὀρθή, Τὸν εἶδε νὰ χάνε- ται ἀνάμεσα στὰ λιόδεντρα μὲ τὸ πλῆθος νὰ τὸν παίρνει τὸ κατόπι. ᾿ Ακολούθησε κι αὐτὴ σὲ κάποια ἀπόσταση καὶ δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, γιὰ πάντα. Κοντά του βρέθηκε, λίγο πρὶν ἀρχίσει ἡ μεγάλη ἀνάβαση, ὅταν πεσμένη μπρού- μυτα δρόσιζε τὰ κουρασμένα πόδια του μὲ τὸ πολύτιμο μῦρο καὶ ὕστερα πάλι στὴν κορυφὴ τοῦ πάθους δίπλα στὴ μαύρη μάνα του, ὅταν οἱ µαθητές, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάν- νη, εἶχαν γίνει ἄφαντοι ἀπὸ φόβο κι ἀπο- γοήτευσῃ. ᾿Εκεῖνος δὲν τῆς ξαναμίλησε παρὰ μόνο μπροστὰ στὸν ἀποκυλισμένο λίθο τοῦ θανά- του, ὅταν, μέσα στὴν πιὸ μαύρη νύχτα τοῦ
← καθαρισμένο κείμενο