ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
124ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΑΤΣΑΛΗΣ, Ὃ κατακλυσμὸς τοῦ Δευκαλίωνος
Ὃ Γ.Κ. ᾿Ατσάλης, «προβληματισμένος ἴσως γιὰ τὴ μοίρα τοῦ ἀνθρώπινου γένους. ἵ-
σως καὶ συγκινηµένος ἀπὸ τὸ καταστροφικὀ μένος τοῦ κατακλυσμοῦ», ἐξετάζει στὸ βι-
βλίο του αὐτὸ τὴν κρίσιμη καὶ δραματικὴ ἐκείνη γιὰ τὴν ἱστορία στιγμὴ καὶ μάλιστα μὲ
ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, καθὼς λέγει, σὰν κάτι ποὺ συνέβη στοὺς δικούς µας προγόνους ἀλ-
λὰ καὶ σὰν γεγονὸς γενικοῦ ἐνδιαφέροντος (σελ. 7-8).
Στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του, πού ᾿χει τὸν ὑπότιτλο «Μῦθος καὶ “Ἱστορία», ἐ-
ντοπίζει μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴ δυσκολία κατανόησης τοῦ μύθου τοῦ κατακλυσμοῦ ἀλ-
λὰ καὶ τῆς Μυθολογίας τῶν ᾿ Ἑλλήνων ἐν γένει ἐξαιτίας τοῦ δογματισμοῦ. «ποὺ καταδυνᾶ-
στευε µέχρι τὴ σημερινὴ ἐποχὴ τὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ σὰν ἀποτέλεσμα εἶχε νὰ τὸν ἄπομα-
κρύνη μὲ τὴν προκατάληψή του ἀπ᾿ τὴν ὠμὴ πραγματικότητα» (σελ. 5 καὶ 9-4). Βέβαια ὁ
δογματισμὸς κι οἱ προκαταλήψεις, ποὺ δυστυχῶς οὐδόλως ἐξέλιπαν, δὲν ἀποτελοῦν φυσι-
κὰ ἢ τυχαῖα βλαστήματα τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. ὅπως εἴθισται νὰ λέγεται, ἀλλὰ ἐφευρέ-
σεις καὶ μηχανὲς τῶν παρὰ φύσιν ἐξ-ουσιαστῶν, ποὺ ἀναρριχήθηκαν στὴν ἐξ-ουσία μετὰ
τὸν κατακλυσμὸ ποὺ ἐξετάζουμε, οἱ ὁποῖοι, γνωρίζοντας ὅτι ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια εἶχε ἐ-
νταφιασθεῖ στὴ λάσπη τοῦ κατακλυσμοῦ, διέδωσαν στοὺς φοβισμένους κι ἀνυπεράσπι-
στους ἀνθρώπους (μιὰ κι οἱ διογενεῖς σοφοὶ καὶ ἥρωες ἀφανίστηκαν), ὅτι αἰτία τοῦ κατα-
κλυσμοῦ ὑπῆρξε ἡ ἀνυπακοὴ κι ἡ ἀσέβεια στοὺς τάχα «ἐλέῳ θεοῦ» βασιλεῖς, κι ὅτι γιὰ νὰ
μὴν πάθουν κι αὐτοὶ τὰ ἴδια, ὤφειλαν νὰ δέχωνται τὶς ὅποιες διαταγὲς καὶ τὰ ὅποια θέ-
σφατά τους ἀδιαμαρτύρητα...
Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του ὁ Γ. ᾿Ατσάλης ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρχαῖες πηγὲς ποὺ
μνημονεύουν τὸν κατακλυσμὸ καὶ παρατηρεῖ ὄντως ὅτι ὁ «ἡσιόδειος κύκλος» οὐδόλως ἀ-
ναφέρει τὸ τρομερὸ αὐτὸ συμβάν. ΄Ὅμως τὸ προσπερνᾶ ἐπὶ τροχάδην χωρὶς ν᾿ ἀναζητή-
ση τὰ αἴτια! Ἴσως ὁ συγγραφεὺς ν᾿ ἀγνοῆ ὅτι ἡ «Θεογονία», τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ἱστορικὸ ἔ-
πος (κι ὄχι θρησκευτικο-διδακτικό, ὅπως τὸ θέλει ἡ λογοκρατία), δὲν ἀποτελεῖ ἔργο τοῦ
᾿Εσχατολογικὰ
Εἰς μνήμην τοῦ ᾿Ηλία Τσατσόμοιρου
Ὅταν ὅλες οἱ μνῆμες παρελαύνουν μπροστά µας µέσα σὲ μιὰ στιγµή, τοῦτο
εἶναι ὅραμα θανάτου καὶ ἐπιβεβαίωση ζωῆς. Ὅλο τὸ παρελθὸν ἀπογυμνώνεται
ἀπὸ τὴ διάρκειά του καὶ παίρνει διαστάσεις αὐτοὐπέρβασης καὶ ὑπαρξιακῆς
διαφάνειας. Δὲν ἀντέχει ὁ χρόνος στὴν κυριαρχία του καὶ παραχωρεῖ τὴ θέση
του στὴν αἰωνιότητα.
Σὲ κάθε τέτοια στιγµή ὅλοι οἱ στοχασμοὶ ἐπανέρχονται στὴν πρωταρχική
τους ἐκπόρευση. Τοῦτο τὸ ἀναπόδραστο ἔχει µέσα του τὴν ἀποκάλυψη, ποὺ λει-
τουργεῖ σὰν μιὰ συνεχῶς προωθούµενη ὁριακὴ κατάσταση μεταλλαγῆς, ὅπου
μεταμορφώνονται οἱ ποιότητες σὲ νόημα καὶ αἴσθηση ἑνὸς εὐρύτερου δέους ἐ-
λευθερίας, σὲ μιὰ ἀρχετυπικὴ διαίσθηση ἀκινησίας ἢ καὶ ἀχρονικότητας. Εἶναι
ὁ χῶρος, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ ἀπαντήσεις, ὅλες οἱ καμπύλες ποὺ ἀρχίζουν ᾱ-
πὸ τὸν ἑαυτό µας, ὅλα τὰ νέα µας πρόσωπα, ὅλες οἱ µορφές.
Πρέπει νὰ περνᾶμε ἀπὸ αὐτὲς τὶς μεταμορφώσεις συνειδητᾶ, νὰ συνηθίσουµε
στὸ ἀόρατο, νὰ γίνουμε ἐραστές του, νὰ ἀγγίξουμε τὴ πρώτη καταγωγὴ τοῦ ὁ-
νείρου, τὸ ἀπεριόριστο, ποὺ χωρὶς τὸ θάνατο, χωρὶς τὶς καταιγίδες, ποὺ φέρνουν
-τὸ-