ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
125ΜΑΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ήρθε ο άνθρωπος στο δάσος — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
--ἈΒΕΠΕΤΗΝ
̓Ηρθε ὁ ἄνθρωπος στὸ δάσος
”Ανθρωπε, τώρα ποὺ εἶναι Μάϊος «καὶ τὰ λουλούδια ἀνθίζουν κι οἱ νύχτες
σὲ ζαλίζουνε» καὶ τὰ λοιπὰ καὶ τὰ λοιπά, κι ̓ ἄρχισες νὰ παίρνεις
τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνά, θὰ σοῦ διηγηθῶ μιὰν ἱστορία:
̓Ἠταν κάποτε ἕνα μικρὸ γλυκὸ ἐλαφάκι, ποὺ τὸ ἔλεγαν Μπάμπυ κι ἐζοῦσε
εὐτυχισμένο στὸ δάσος μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς φίλους του.
Ἢ μητέρα του εἶχε τὴν περπατησιὰ τῆς "Άρτεμης καὶ τὰ μάτια Παναγιᾶς
Γλυκοφιλούσας. 'Ο πατέρας του, ὡραῖος καὶ δυνατός, τραβοῦσε πέρα
κατὰ τὸ ξέφωτο, σὰν ἀπόσωνε τὶς δουλειές του, ἀνέβαινε στὸ φρύδι
τοῦ βράχου κι ἀγνάντευε γιὰ ὥρα πολλὴ τὸν ἀτέρμονο κόσμο, μέχρι ἐκεῖ
ποὺ μποροῦσε νὰ φτάσει τὸ μάτι του. Τὰ ζωάκια τὸν κυττοῦσαν, τὸν
καμάρωναν κι ἔνοιωθαν ἀσφάλεια. ὋΟ καλύτερος φίλος τοῦ Μπάμπυ ἤταν
ὁ Χτύπος, ἕνα τρισχαριτωμένο κι ἀξιολάτρευτο λαγουδάκι, ποὺ τὸ
εἶχε μάθει νὰ στέκεται στὰ μακρυὰ λιγνά του ποδαράκια, νὰ περπατάει,
νὰ κάνει τσουλήθρα κι ἕνα σωρὸ ἄλλα ὡραῖα καὶ χρήσιμα πράγματα.
Ὅταν ἔσφιξαν τὰ κρύα, οἱ φίλοι του εἶπαν στὸν Μπάμπυ «καληνύχτα»,
μπῆκαν στὶς φωλιές τους, τυλίχτηκαν στὶς γοῦνες τοὺς καὶ περίμεναν νὰ
περάσει ὁ χειμῶνας. .Ο Μπάμπυ τραβήχτηκε κι αὐτὸς στὴ σπηλιά του,
κάθισε δίπλα στὴ μανούλα του κι ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα ἔβλεπαν μαζὶ πότε τὸ
χιόνι, πότε τὴ βροχή. Μόνο ποὺ ἐτοῦτος ὁ χειμῶνας ἦταν βαρύς, οἱ
τροφὲς εἶχαν λιγοστέψει καὶ ὁ Μπάμπυ παραπονιότανε. --- Πεινάω, μαμά.
-- Τὸ ξέρω, μωρό μου, ἀποκρινόταν ἐκείνη, τὸν κυττοῦσε μὲ τὰ μεγάλα
μάτια τῆς, τοῦ ἔλεγε ἱστορίες καὶ ὁ Μπάμπυ ἡσύχαζε. Κι ὅταν ἆλαργινὰ
ἀκούστηκαν τὰ βήματα τῆς ἄνοιξης στὴν ἀνάσα τῆς Γῆς ποὺ ἐρχόταν
ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς, γιὰ νὰ ζεστάνει τὸ χῶμα, στὶς κρυφὲς τρεμοῦλες
τῆς καρδιᾶς, στὴν ἀκαθόριστη προσδοκία, στὸν ἥλιο, ποὺ ὅλο καὶ
μεγάλωνε τοὺς κύκλους του, τὰ πρῶτα θαρραλέα μπουμπούκια τὸν κύτταξαν
μ ̓ ἀνυπομονησία κι ἡ φτεροῦγα τοῦ πουλιοῦ ἀνατρίχιασε. Τὰ ζωάκια
ἄρχισαν ἕνα-ἕνα νὰ ξυπνοῦν, οἱ φωλιὲς νὰ ζωντανεύουν κι ἡ ἀθέατη
ὁρμὴ τῆς πλάσης, ποὺ ἀνέβαινε, ὅλο καὶ ἀνέβαινε, ἁπλώθηκε μουρμουρητὸ
γαργαριστό, ὥσπου ἡ πρώτη αὐγή, τοῦ Μάρτη αὐγή, ξεπρόβαλε
θριαμβικὰ στὴν ̓Ανατολὴ καὶ τὸ δάσος ξέσπασε μὲ μιᾶς σὲ χαρὲς καὶ
γέλια καὶ ξεφωνητά. Κι ἀφοῦ συντελέστηκε ἡ ἀνάσταση καὶ τὰ γυμνὰ
κλαδιὰ γέμισαν φύλλα καὶ ἀνθοὺς καὶ χρώματα καὶ πουλιά, χιλιάδες
πουλιὰ καὶ τραγούδια, ἡ ἄνοιξη παρέδωσε τὶς νέες μορφές τῆς στὸ καλοκαίρι,
ποὺ βάρυνε καὶ μέλωσε τοὺς καρποὺς καὶ βασίλευε ἡ πλήρωση
καὶ ἡ ἁρμονία. Μὰ ἦρθαν οἱ κυνηγοὶ στὸ δάσος, πού, ἀφοῦ σκότωσαν κι
εὐχαριστήθηκαν, ἄναψαν φωτιὰ νὰ τὸ γλεντήσουν. Καὶ ἡ φωτιὰ περπάτησε
καὶ ἦρθε ὁ χαλασμός. ̓Ο Μπάμπυ ἔβλεπε τοὺς φίλους του νὰ τρέχουν
ἀλαφιασμένοι νὰ σωθοῦν, νὰ λυώνουν καὶ νὰ γίνονται κάρβουνο
----