ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
125ΜΑΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το κόκκινο διαμάντι της Ατλαντίδας — ΔΕΦΝΕΡ, ΟΘΩΝ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
ΟΘΩΝ Μ. ΔΕΦΝΕΡ
Τὸ κόκκινο διαμάντι τῆς ̓ Ατλαντίδας
Ὃ καινούργιος μεγάλος Ναὸς τῆς
Ποσείδιας, πρωτεύουσας τῆς
̓Ατλαντίδας,
εἶχε αὐτὸ τὸ βράδυ ἐλάχιστο
κόσμο. Παντρευότανε ἡ πριγκίπισσα
Μαγιάρ, τὸ Κόκκινο Διαμάντι τῆς
̓Ατλαντίδας, κόρη τοῦ αὐτοκράτορα
Παλανθάν. ἜὌἜπαιρνε ἕνα Μουβιανὸ
πρίγκιπα, γιὸ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μού, ἔχθρᾶς
τῆς ̓ Ατλαντίδας, καὶ ὁ λαὸς δὲν
ἤθελε αὐτὸ τὸ γάμο. Στὴν τελετὴ παραβρέθηκαν
μόνο οἱ ταγοὶ καὶ τῶν δύο
παντοδύναμων ἠπείρων, τῆς ̓ Ατλαντίδας
καὶ τῆς Μού. 'Ο γερο-αὐτοκράτορας
τῆς ̓ Ατλαντίδας Παλανθάν, καθισμένος
στὸν χρυσοποίκιλτο καὶ ἆδαμαντοκόλλητο
θρόνο, καὶ ὁ πολὺ νεώτερός
του βασιλιᾶς τῆς Μοὺ Κατάντιν,
ποὺ προσπάθησε νὰ ντυθεῖ κι αὐτὸς ἐξίσου
πολυτελῶς, κι ἡ σύγκριση δὲν
μποροῦσε νὰ εἶναι παρὰ εἰς βάρος του.
Οἱ πολὺ βλοσυροὶ ἄρχοντες τῆς ̓Ατλαντίδας
ἦταν ντυμένοι σὲ πορφύρα
καὶ μετάξι, ἐνῶ οἱ αἱμοβόροι τῆς Μοὺ
μὲ δορὲς ἀγρίων θηρίων καὶ φτερὰ ἐξωτικῶν
πουλιῶν. ̓Εγὼ ἀπὸ ἀντίδραση
δὲν φοροῦσα τὴ φανταχτερὴ στολὴ
γὶα τὶς παράτες, ἀλλὰ τὴν πρόχειρη
ἐκστρατείας. Η πριγκίπισσα Μαγιὰρ
πρὶν χρόνια ἀρκετὰ ἦταν ἡ κοπέλα
μου, ὅμως μὲ χώρισε, γιατὶ μὲ ἐκτιμοῦσε,
μὰ δὲ μ ̓ ἀγαποῦσε. Στὸ ἄχραντο
στόμα της χανόμουνα... Ο ξένος γαμπρός,
ξανθὸς --- ὅπως ὅλοι σχεδὸν οἱ
Μουβιανοὶ ---, κατάφραχτος στὸ ἀσήμι,
ὁ πρῶτος τῶν στρατηγῶν, ἦταν θεόρατος,
ψηλότερος ἀκόμα κι ἀπὸ μένα.
Τὰ μάτια του ἦταν κρυστάλλινα, ψυχρὰ
καὶ ἄδεια, σὰ νὰ εἶχε γίνει ἡ ὅρασή
του ἕνα μαρμαρένιο μαυσωλεῖο.
̓Ἐμένα ἡ θέση μου δὲν ἦταν τόσο ἀρισταρχικὴ
καὶ δὲν ἤμουνα ὑποχρεωμένος
νὰ στέκομαι στὸ τετράγωνο ἀπὸ
βαθυκύανο καὶ νερογάλαζο ἀχάτη οὔτε
βέβαια στὸν μαγικὸ κύκλο ἀπὸ σκοῦρο
πορτοκαλί, ὅπου βρισκότανε τὸ ζευγάρι.
Ἤμουνα λοχαγὸς τῆς φρουρᾶς καὶ
καθόμουνα πίσω ἀπ ̓ τὶς κολῶνες ἀπὸ
χρυσόλιθο, μπροστὰ ἀπὸ τὶς μαλαματένιες
εἰκόνες ὅλων τῶν παλιῶν αὐτοκρατόρων
--- μιὰ πινακοθήκη ὅπου ἀργότερα
ἐγὼ ἔγινα πίνακας.
Ὃ καλύτερός μου φίλος Ζέρντ, ὑπολοχαγὸς
τότε τῆς φρουρᾶς, μὲ πλησίασε
χαμογελαστὸς ὅπως πάντα, "Αν
καὶ λίγο μικρότερος ἀπὸ μένα, τὰ μαλλιά
του εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νὰ γκριζάρουν.
«Ποῦ εἶναι ἡ ἀδελφὴ τῆς πριγκίπισσας;»
τὸν ρώτησα ἀπορεμένος ποὺ
δὲν τὴν ἔβλεπα.
«Δίπλα στὴ νύφη», μοῦ ἀποκρίθηκε.
«χει ἀλλάξει τὰ μαλλιά της καὶ
εἶναι βαμμένη σὰν τὸν οὐρανό. Γι ̓ αὐὖτὸ
δὲν τὴν γνώρισες».
Τὴν παρατήρησα μὲ νέο ὄμμα. Εἶχε
τὰ προσόντα μιᾶς γυναίκας ποὺ ἐκτιμοῦσα:
μεγάλα στήθη καὶ πλούσια μέση.
Ποιός ξέρει; ἴσως. Φαινόταν ὅμως
σὰ μιὰ ὠχρὴ ἀπομίμηση τῆς ἀδελφῆς
τῆς. Διάβασα τὴν πέτρα στὴν ἀνθρώπινη
καρδιὰ καὶ ἔγινα σκλάβος τῆς
πνοῆς τῆς ἀνάμνησης. Θέλησα γιὰ τοῦτο
νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ Ναό, καὶ οἱ σκοποί,
ὅταν εἶδαν τὴ στρατιωτική μου στολή,
μοῦ ἄνοιξαν τὴ βαρειὰ πύλη ἔκπληκτοι.
Ἔξω, στὴν ἔρημη πλατεῖα ἀποκλεισμένη
ἀπὸ τοὺς πολεμιστές, ἄρχισε
νὰ βρέχει καὶ τὰ χαροπούλια ἔφυγαν.
Εἶδα τὰ μολυβένια σύννεφα στὸν
ἠλεκτρικὸ μπλὲ οὐρανὸ νὰ ξεσχίζονται
ἀπὸ τὰ ἀσημένια σκουλήκια τῶν ἀστραπῶν.
Ξαναμπῆκα περίλυπος στὸ
Ναό. Ἢ τελετὴ κόντευε νὰ τελειώσει
καὶ ὁ Μεγάλος ̓Αρχιερέας τὴν ἔκλεισε
διαβάζοντας στοὺς νεονύμφους στίχους
τοῦ αὐλικοῦ ποιητῆ τῆς ἀπελπισίας
Νεθάλη, φτιαγμένους εἰδικὰ γιὰ
τὴν περίσταση αὐτή:
Ζήσατε ξεχωριστὲς ζωὲς
σὲ ἄγναντες ξένες χῶρες.
Καὶ τώρα ταξιδεύοντας
ἀπὸ σκοτάδι σὲ σκοτάδι,
ἀπὸ ἤπειρο σὲ ἤπειρο,