ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
126ΙΟΥΝΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Παλιοί και νέοι λογοτέχνες — ΔΕΦΝΕΡ, ΟΘΩΝ
Κείμενο φύλλου
Παλιοὶ καὶ νέοι λογοτέχνες
Ἢ κυριότερη διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς παλιοὺς καὶ τοὺς νέους λογοτέχνες ὄχι
μόνο στὴν ̓ Ελλάδα ἀλλὰ καὶ διεθνῶς εἶναι, ὅτι οἱ παλιοί ἔχουν κότσια, ἐνῶ οἱ νέοι
εἶναι νερόβραστοι καὶ κυττᾶνε μόνο τὸ «ἴματζ» τους. Οἱ παλιοὶ ἔχουν τὸ θάρρος
τῆς γνώμης τους, καὶ θά τὴν προασπίσουν ἀκόμη καὶ εἰς βλάβην τῶν δικῶν τους
συμφερόντων. ἐνῶ οἱ νέοι δὲ θὰ κάνουν τίποτα ποὺ θὰ ἄλλαζε τὴν εἰκόνα ποὺ θέλουν
νὰ ἔχει γι ̓ αὐτοὺς ἡ κοινωνία. ̓Αν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπέβαλλαν, θὰ ἦταν διατεθειμένοι
νὰ τρῶνε μόνο μὲ τὴν ἀριστερὰ γνάθο, νὰ κάνουνε μιὰ δεξιὰ ρωθωνεκτομὴ
καὶ νὰ περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια καὶ πρὸς τὰ πίσω. Οἱ νέοι ἔχουν συνήθως ψυχολογία
ἀποτυχημένου, γιατί, γιὰ νὰ γίνουν γνωστοί, δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀλλὰ
ἐπὶ τῆς (ὅποιας) ἐξ-οὐσίας, στὸ φαίνεσθαι καὶ ὄχι στὸ εἶναι. ̓Επιπλέον οἱ πιὸ πολλοὶ
νέοι συγγραφεῖς φέρονται, περιφέρονται καὶ συμπεριφέρονται ὡς λογοτέχνες,
χωρὶς πράγματι νὰ εἶναι. Φίλος συνομήλικος λογοτέχνης μοῦ ἐκμυστεύτηκε: «Ποτὲ
δὲν περίμενα, ὅτι ἡ λογχομαχία, ποὺ ἔμαθα στὸ στρατό, θὰ μοῦ χρησίμευε καὶ στὴ
λογοτεχνία». Σημειώτέον ὅτι οἱ νέοι «φιλολογίζοντες» συγγραφεῖς θὰ γινόντουσαν
ἀκόμη καὶ πρόεδροι τοῦ «συλλόγου τῶν ἀπογόνων τῶν οὐραγκοτάγκων», προκειμένου
να ἀναδειχτοῦν. ̓Ενῶ οἱ (σοβαροὶ) ἐκπρόσωποι τῆς παλιᾶς φρουρᾶς θὰ ἦταν ἵκανοὶ
νὰ παραιτηθοῦν καὶ ἀπὸ μία σημαίνουσα θέση, προκειμένου νὰ ὑποστηρίζουν
τὸ κατ ̓ αὐτούς σωστό.
Γιὰ νὰ εἰκονογραφήσουμε τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι παγκόσμιο
φαινόμενο, θὰ σᾶς ξαναδιηγηθοῦμε μιὰ μικρὴ ἱστορία ποὺ πήραμε ἀπὸ τὰ ᾱπομνημονεύματα
ἑνὸς λογοτέχνη ἀπὸ τὴν φινλανδική Λαπωνία. Ἢ ἱστορία αὐτὴ
εἶναι ἀληθινὴ πέρα γιὰ πέρα καὶ ἐκτυλίσσεται πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ὅταν ὁ λογοτέχνης
αὐτὸς (ποὺ δὲ ζεῖ πιὰ) ἦταν τριάντα ἕξη χρονῶν. Ὃ καθόλα φέρελπις αὐτὸς
λογοτέχνης ἦταν τὸ νεώτερο τότε μέλος τοῦ Σωματείου τῶν Λογοτεχνῶν τῆς
χώρας του (τῆς Φινλανδίας). Μιὰ οἰκογενειακή του φίλη τὸν παρακάλεσε νὰ προωθήσει
τὴν εἰσδοχὴ ἑνὸς ἠἡλικιωμένου φίλου της λογοτέχνη στὸ Σωματεῖο. ̓Επειδή
ὁ νέος αὐτὸς λογοτέχνης δὲν ἦταν, ὅπως οἱ περισσότεροι ἄλλοι νέοι λογοτέχνες
τῆς χώρας του καὶ τοῦ κόσμου, τυχοδιώκτης καὶ ὑπολογιστὴς καὶ ἐπειδὴ πίστευε ὅτι
«οἱ φίλοι τῶν φίλων μου εἶναι καὶ δικοί μου φίλοι, ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἐχθροί τους»
καὶ ἀφοῦ τὸ ἔργο τοῦ ἠλικιωμένου ἐκείνου λογοτέχνη ἄξιζε τὸν κόπο, ἀποφάσισε
να βοηθήσει. Κατ ̓ ἀρχάς, ἐπειδή, γιὰ νὰ κριθεῖ ἡ αἴτηση νέου μέλους ἀπὸ τὸ διοικητικὸ
συμβούλιο τοῦ Σωματείου, χρειάζονταν τρεῖς ὑπογραφὲς ἤδη μελῶν, ὑπέγραψε
αὐτὸς καὶ ζήτησε ἀπὸ μιὰ ἐπίσης νέα (ἀλλὰ λίγο μεγαλύτερη καὶ μπαστουνάτη)
φίλη του στὸ Σωματεῖο νὰ ὑπογράψει κι ἐκείνη. Τούτη ὅμως κούνησε ἀρνητικὰ
τὸ κεφάλι της καὶ τοῦ ἀπάντησε ἀπότομα:
«Δὲν ὑπογράφω γι ̓ ἀγνώστους».
«Μὰ καλά, καὶ μᾶς ποιὸς μᾶς ἤξερε, πρὶν γίνουμε μέλη τοῦ Σωματείου;» τῆς εἶπε
ἀπορώντας ὁ νέος λογοτέχνης.
Ὅμως δὲν ἐπέμεινε, γιατὶ ἤξερε ἀπὸ τὴ μικρή του πεῖρα, πώς οἱ γυναῖκες εἶναι
ἀμετάπειστες, ἅμα ἀρχίζουνε τὰ τρελλά τους καὶ τὶς βουρλίζουνε τὰ λυσσακά τους.
Ζήτησε ἀπὸ δυὸ ἄλλους μεγάλους φίλους του νὰ ὑπογράψουν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀμέσως
τὸ ἔπραξαν.
Τὸν ἡλικιωμένο λογοτέχνη τὸν ἐνέκρινε παμψηφεὶ τὸ διοικητικὸ συμβούλιο,
ἀλλὰ ἔπρεπε μετά, ἡ αἴτησή του νὰ ἔχει καὶ τὴν ἔγκριση τῆς ὁλομέλειας. Στὴ γενικὴ
συνέλευση τῶν μελῶν ποὺ συνεκλήθη ἐπὶ τούτου, λίγο πρὶν τὴν ψηφοφορία ἕ--