ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
126ΙΟΥΝΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Καημένε Ρούκυ — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
Καημένε Ρούκυ
Ὅταν ἀκούσετε τὸν παλλήκαρο, ποὺ δὲν τό χει μήτε πεζοῦ μήτε καῥβαλλάρη,
νὰ φωνάζει «μαμά, τρέξε, ἕνα ζουζούνι στὸ δωμάτιό μου!», ὅταν
δεῖτε τὴν δυναμικὴ κοπέλλα, μιὰ σύγχρονη Μπουμπουλίνα τῶν πόλεων, νὰ
παθαίνει κρίση ὑστερίας μπροστὰ σ ̓ ἕνα ταλαίπωρο μαῦρο βατραχάκι ποὺ
ξέπεσε στὸν κῆπο της καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ νὰ οὐρλιάζει στὴ θέα ἑνὸς ἀθώου
σαλιγκαριοῦ, ἔ, τότε σταματῆστε ὅλα τὰ ρολόγια, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται
στὴν ἴδια τραγικὴ θέση μὲ τὸ μαῦρο βατραχάκι.
Τὸ πατρικό μου σπίτι εἶχ ̓ ἕνα ὑπερῷο στοὺς γαλαξίες, πάνω ἀπὸ τὴν
ὄρθια θάλασσα κι ἐκεῖ τό χα συνήθειο νὰ πλανιέμαι τὶς νύχτες ἀκούγοντας
τὸ τραγούδι τῆς λίμνης ἀπὸ μυριάδες εὐτυχισμένα βατραχάκια, ἀμέτρητα
σὰν τὰ ἀστέρια. Καὶ ἦταν ἐκεῖνα τὰ φλογερὰ μεσημέρια, ποὺ ἔπαιρνα
τὸν ἀνήφορο γιὰ τὴν πηγὴ τῆς μμικρῆς ρεματιᾶς προγκώντας τὰ φίδια
καί, χώνοντας τὰ χέρια μέχρι τοὺς ὤμους στὶς ὑγρὲς τρύπες, μάζευα καβούρια.
Κι ὅπως ἤμουν πεσμένη μπρούμυτα στὰ νερά, εἶδα κάποτε τὴν δεντρογαλιᾶ
τυλιγμένη στὸ κλαδὶ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου, ἕτοιμη νὰ πάρει τὸ
μπάνιο της. «Μὴ μὲ πειράξδεις, καὶ δὲ θὰ σὲ πειράξω»,ψιθύρισα. ̓Ηταν ἡ
προσευχὴ ποὺ μοῦ εἶχε μάθει ὁ παπποῦς μου. Σύρθηκα παράμερα. τὸ ἴδιο
ἔκανε κι ἐκείνη. ̓Ακοῦνε τὰ παιδιά μου, τὰ πιάνει σύγκρυο κι ἐγὼ διεξάγω
ἱερὸ πόλεμο κατὰ τῶν μικροβίων. Σαπουνίζω μέχρι πεζοδρόμιο καὶ οἱ ἄλλοι
μὲ λένε «γιατρὸ» καὶ γελᾶνε. Ὅταν ὅμως τὴν ξαπλάρουν, ἐγὼ τοῦ γιατροῦ
τοῦ βγαίνω ἀπὸ μπροστά. --- Νὰ τοῦ δώσω αὐτὸ τὸ ἀντιβιοτικό; --- Τὸ
ἔχετε; ἼΑ, μπράβο. --- Καὶ ἀντιβιοτικὰ ἔχουμε, καὶ ἀντισηπτικά, καὶ χλωρῖνες,
καὶ ἀκουαφόρτε, ἀπ ̓ ὅλα ἔχουμε. “Ο γιατρὸς μὲ κυττάζει, ὑπομειδιᾶ
καὶ ξέρω πὼς μὲ θαυμάζει. "Εχω ὅμως καὶ μιὰ καλὴ γειτόνισσα, ποὺ δὲν
προλαβαίνει νὰ βγεῖ ἔξω μὲ τὸν ἄντρα της, γιατὶ πιάνει τὴ λάτρα μὲ τὸ γχάραμα
καὶ δὲ σταματάει, μέχρι νὰ χτυπήσουν μεσάνυκτα καὶ βάλε. ̓Εκεῖνος
τὴν ὀνοματίζει «σφουγγαρόπανο» καὶ παίρνει τὶς βόλτες του μὲ τὴν χορεύτρια,
ποὺ κατοικοεδρεύει στὸν τρίτο. Τά ̓χει μυριστεῖ, ἀλλά, προκειμένου
νὰ τριγυρνάει ἄσκοπα μαζί του, προτιμάει τὸ σφουγγαρόπανο. Καὶ δὲ μοῦ
βγαίνει ἀπὸ τὸ νοῦ μία ξανθειὰ ἀλλοδαπή, ποὺ ἀγόραζε πορτοκάλια, καὶ τὸ
νήπιο ποὺ εἶχε μαζί της τὰ ἔτρωγε μὲ τὴ φλούδα. ̓Αστοιχείωτη Βρουκχίλδη!
Μοῦ ἦρθε νὰ τῆς χυμήξω. Καὶ τὴ ζήλεψα, γιατὶ ἐκείνη ἀπολάμβανε τὴν
ἰσορροπία, ποὺ κατεῖχα κι ἐγὼ τότε, ποὺ κατέβαζα τὶς ἄπλυτες ἀγουρίδες
καὶ δὲν εἶχα πεῖ κεφάλι. Τώρα συχνᾶ-πυκνὰ μοῦ ἔρχεται νὰ τὸ σπάσω. --Ὃ
ρυθμὸς τῆς πόλεως, ἀποφαίνεται ὁ ντόκτορ. -- Ποιός ρυθμός, γιατρέ
μου; Ἢ ἀρρυθμία, θέλεις νὰ πεῖς.
Καὶ ἦταν περασμένα μεσάνυχτα, σὰν εἶδα τὸ νεαρὸ τοῦ διπλανοῦ σπιτιοῦ
νὰ χαϊδεύει ἕνα ὄμορφο σκυλάκι μὲ φατσούλα πανέξυπνη καὶ δυὸ μάτια
παραγεμισμένα γλύκα καὶ ἀθωότητα. --- Κυτταξτε, τί μᾶς ἄφησαν ἀπόψε;
-- Μὴ τὸ πιάνεις. Θὰ κολλήσεις καμμιὰ ἀρρώστια. --- Σωπᾶτε, καλέ.
̓Ιδέτε τὴν ταμπελλίτσα του. «Μὲ λένε Ρούκυ, ἔχω κάνει ὅλα τὰ ἐμβόλια
καὶ σᾶς ἀγαπῶ». -- Καημένε Ρούκυ.
Θυμήθηκα τὸν ̓Αράπη, ποὺ ὅταν ὁ παπποῦς μου πέθανε, μαζεύτηκε στὴ
γωνιά του νηστικὸς καὶ ἀμίλητος, μέχρι ποὺ φόφησε. Μᾶς εἶχε μετρήσει ὅλους,
ἤξερε τί θὰ ἐπακολουθήσει καὶ μᾶς περιφρόνησε. Καλὰ ἔκανες. ̓Αρά--Οο