ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
127ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Βγαίνει ακόμα το φεγγάρι — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
Βγαίνει ἀκόμα τὸ φεγγᾶρι
Γιὰ φαντάσου, βγαίνει ἀκόμα τὸ φεγγάρι! Πόσο μοναχικὸ μοῦ φάνηκε
ἔτσι, ὅπως κρεμόταν χαμηλὰ πάνω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ μὲ κύτταζε
λυπημένο μέσ ̓ ἀπὸ πὰ φύλλα τῆς κληματαριᾶς. Πέρασε μέσα, παλιὲ καλέ
μου φίλε, ἀδελφοποιητέ μου. Θὰ δοῦμε μαζὶ τηλεόραση, νὰ σπρώξουμε
τὴ νύχτα. Θ ̓ ἀνοίξ ̓ ἡ καρδιά σου μὲ χίλια δυὸ μυστήρια πράγματα
καὶ μὲ τὸ Μέγκα Τσάνελ ν ̓ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ̓Ελληνικότητα γενικῶς.
Δὲ μὲ γνωρίζεις, ἔ; Μήπως ἐγὼ μὲ γνωρίζω... Ξέρω. Τώρα ἐσὺ θὰ ψάχνεις
γιὰ τὸ παράθυρο τοῦ κοριτσιοῦ μὲ τὰ μελένια μαλλιά. μὰ δὲ θὰ τὸ
βρεῖς. Ὅλα τὰ παράθυρα εἶναι κλειστὰ μέσα στὴν πόλη κι ἐτούτη τὴν
ὥρα τὸ κορίτσι τρέχει στὴ λεωφόρο Ποσειδῶνος πισωκάπουλα στὴ
«Γιαμάχα». Κι ̓ ὅπως εἶναι κρυμμένο στὴν παράξενη στολή του, φέρνει
κάπως μ ̓ ἐκείνους τοὺς περίεργους ἐπισκέπτες σου, πού, ὅταν γύρισαν,
μοῦ εἶπαν πὼς εἶσαι μιὰ κούφια λαβωμένη πέτρα, δεμένη ἀπό ̓να παλούκι
τῆς Γῆς. Δὲν τοὺς πίστεψα. Μὴν πιστεύεις κι ἐσὺ ὅ,τι βλέπεις, γιατὶ
μπορεῖ νὰ εἶναι φτιαχτό. ̓Ακόμα κι οἱ ὡραῖοι τροβαδοῦροι φορᾶνε μάσκες
ἀγριωπὲς κι ἔχουνε μιὰ γλῶσσα μαχαίρι δίκοπο. Στὸ σεργιάνι θὰ
συναντήσεις μόνο τὰ καμάκια. ̓Ακοῦς ὅ,τι ἀκούω; « ̓ Ακούω κούφια τὰ
τουφέκια,/ ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,/ ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,/ ᾱκούω
τρίξιμο δοντιῶν».
«Ἢ δυσμενὴς συνέπεια τοῦ ψεύδους. Οἱ ἄνθρωποι παλινδρομοῦν ἐν
συγχύσει διατελοῦντες καὶ στρέφονται ἐναντίον τῆς Δίκης», εἶχε πεῖ ὁ Η.
Τσατσόμοιρος, λίγο πρὶν φύγει. «Καλότυχοι νεκροί». Εἶδες τί ἔγινε στὸ
Λὸς "Αντζελες. «Ὅλες οἱ ἱστορικὲς ἐνδείξεις», λέει, «ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα,
ὅτι οἱ ̓Αμερικανικὲς φυλετικὲς ἐξεγέρσεις ἀκολουθοῦν μιὰ
δική τους λογική». Ξυλοσοφίες. Τὸ αἷμα τῶν ἼΪντος εἶναι, ποὺ βοᾶ πρὸς
τὸν οὐρανὸ καὶ τὰ βρώμικ ̓ ἀμπάρια μὲ τοὺς στοιβαγμένους σκλάβους,
ποὺ στοίχειωσαν καὶ παίζουν πετροπόλεμο μὲ τοὺς οὐρανοξύστες. Εἶδες
μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια τὰ δυὸ ἀλητάκια στὸ γκέττο, ποὺ ἀφόδευαν πάνω
στὴν ̓Αστερόεσσα. Ποῦ θὰ βγάλει ὅλο ἐτοῦτο τὸ μῖσος; Πόσο ἀπελπιστικὰ
ἐπίκαιρη εἶναι ἡ πρὸ Χριστοῦ « Ηλέκτρα» μας... Φαντάσματα μᾶς
κυνηγοῦν.
Θυμᾶσαι, ποὺ ἐρχόσουν ἀπρόσκλητο καὶ γράφαμε μαζὶ τὶς ἀναλύσεις:
Θαρρῶ πὼς ἤσουν ἐρωτευμένο, γιατί, ἐὰν ἐκεῖνο δὲν ἦταν ἔρωτας,
τότε τί στὴν εὐχὴ εἶναι; Τὰ μονοκοτυλήδονα καὶ τὰ δικοτυλήδονα; ̓Αστεῖα
πράγματα. Στὸ φῶς τῆς ἡμέρας βέβαια ἦταν διαφορετικὰ καὶ δὲν
ξέρω τί ἔφταιγε, ποὺ ὁ θεολόγος μὲ κανοναρχοῦσε συνέχεια: «Ἔσο φρόνιμῃ,
ὡς οἱ ὄφεις». Καὶ γιὰ ν ̓ ἀποδείξει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, παράτησε
τὸ δασκαλίκι-μασκαραλίκι κι ἔγινε λειτουργὸς τοῦ ̓ψίστου. Σὲ πέντε
χρόνια κατεῖχε διόροφο στ ̓ ̓Ανατολικὰ κι ἄλλο στὰ Δυτικὰ μ ̓ ἑξαπτέρυγα
καὶ φτεροῦγες ἀπὸ ἄσπρους γλάρους πάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο. ̓Αλλὰ
ἐγὼ τὸ βιολί μου. Διασκέδαζα νὰ καταβασανίζω τοὺς δασκάλους μου ἐκτὸς
ἀπὸ δύο, ποὺ δὲν τοὺς βγῆκε σὲ καλό, γιατὶ ὁ ἕνας ἔχασε τὴ θέση
του καὶ ὁ ἄλλος αὐτοκτόνησε. ̓“Υπῆρξε κι ἕνας τρίτος ἀργότερα, ποὺ ἔτσι
κι ἄνοιγε τὸ στόμα του, μεταμορφωνόμουν πάραυτα σὲ φραγκοπαναγιά.
Καθισμένες δίπλα-δίπλα μὲ τὴ Μαίρη ἀκούγαμε καὶ δὲ χορταίναμε.
πὶ πῶ