ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
127ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αυτοί που ξεχάστηκαν — ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, ΜΙΜΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
ΜΙΜΗΣ Χ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ
Αὐτοὶ ποὺ ξεχάστηκαν
«ρίσετε στὰ σπίτια σας, μᾶς εἶπαν, μόλις
βάλουμε σὲ κάποια τάξη τὰ πράμματα
στὸ νησί». Δείχνονταν φιλικοί.
Τοὺς πιστέψαμε. Τὸ ἴδιο βράδυ ἔφεραν
κι ἄλλους. Κι ἄλλους. Γέμισε τὸ κτίριο
ἀσφυκτικά. Οἱ νεοφερμένοι ἔλεγαν,
πὼς θὰ μᾶς σκοτώσουν. "Αλλοι ἧταν
αἰσιόδοξοι. Ποῦ ζοῦμε; Ποῦ ζοῦμε;
Θὰ μᾶς ἀφήσουν, μόλις τελειώσει ὁ πόλεμος;
Σὲ τί φταίξαμε; Σὲ τί ἔφταιξαν
καὶ τοῦτοι ὅλοι, ποὺ ἔπεσαν ἀπ ̓ τὰ δικά
μας βόλια; Πόλεμος. Γιατί γίνεται
ὁ πόλεμος, Πάλι πόλεμος;
̓Ακόμα
λοιπὸν πόλεμος; ̓Ακόμα τὸ μῖσος; Πῆραν
τὸ προωὶ πολλοὺς καὶ δὲν γύρισαν.
Τοὺς σκότωσαν σ ̓ ἕνα φαράγγι. Οἱ
Τοῦρκοι φρουροὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι.
Ετσι εἶπαν. «Εἶναι ἐλεύθερου.
Ποιός μπορεῖ νὰ αἰχμαλωτίσει
τοὺς νεκρούς; Νὰ τοὺς σκοτώσει; Νὰ
τοὺς αἰχμαλωτίσει ὁ τάφος. Νὰ τοὺς
σκοτώσουν τὰ ὄρνεα, ξερριζώνοντας
τὰ νεκρὰ σπλάγχνα τους. Θὰ μᾶς σκοτώσουν
καὶ μᾶς; "Οχι. Νά, μᾶς παίρνουν.
Ἕνας-ἕνας στὴ γραμμή. Μᾶς
φέρνουν στὴν προκυμαία. Σκάφη.
Πολλὰ σκάφη. «Πᾶτε στὴν πατρίδα»,
λέει ὁ Τοῦρκος φρουρός. Στὴν πατρίδα.
«Τὸ νησὶ μοιράστηκε. Δικό μας
τοῦτο τὸ μέρος, τὸ βόρειο. Δικό σας τὸ
ἄλλο. Πᾶτε στὴν πατρίδα». Δείχνει τὸ
μεγάλο καράβι στὸ βάθος. Εἶναι μαῦρο,
σὰν ἕνα τεράστιο ὄρνεο, ποὺ πέταἕε
καὶ στάθηκε ἐπάνω στὰ νερά. Μᾶς
στέλνουν στὴν πατρίδα... Είμαστε λοιπὸν
ἐλεύθεροι... Θὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι..
Μᾶς σπρώχνουν στὰ μικρὰ
πλοῖα. Ξεκινοῦν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπ ̓ τὸ
ἄλλο. Γιὰ τὸ μεγάλο, μαῦρο καράβι.
Ἢ ἡμισέληνος κυματίζει στὸν πρωινὸ
ἄνεμο. Ο φόβος ἔρχεται μαζί μας, καθὼς
πλησιάζουμε στὸ σκάφος. Τί εἶναι
ὁ φόβος; Η ἀπουσία τῆς ἐλπίδας. Τὸ
παγερὸ ἄγγιγμα τῆς ἀπελπισίας. Δὲν εἴ-
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς
καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί».
Ὄχι, δὲν μπορεῖ ποτὲ ἕνα τέτοιο ἔγκλημα
νὰ γίνει στὸν αἰῶνα μας ὕστερα
ἀπὸ τόσο αἷμα. Τόσο μῖσος, ποὺ
στοίχισε σὲ ὅλους καὶ κανεὶς δὲν ὠφελήθηκε.
Εἶναι ψέμματα. Λένε, πὼς θὰ
μᾶς ἐκτελέσουν ὁμαδικά. Τί κάναμε;
Πολεμήσαμε γιὰ τὴν πατρίδα. "Ὅπως
καὶ οἱ ἀντίπαλοί μας πολέμησαν γιὰ τὴ
δική τους πατρίδα. Βέβαια αὐτοὶ εἶχαν
ἄδικο. ἭΠρθαν σὲ ξένα χώματα. Ἢ ρθαν
ν ̓ ἁρπάξουν τὴ γῆ μας. Γι ̓ αὐτὸ
τοὺς πολεμήσαμε. Μᾶς χτύπησαν ξαφνικά.
Μὲ πόσο μῖσος. Μὲ πόση ὀργή.
̓Αντισταθήκαμε. Πολλοὶ ἔπεσαν. Μακάριοι
οἱ νεκροί. Λέω, μακάριοι οἱ νεκροί.
Λένε, πὼς θὰ μᾶς ἐκτελέσουν. Εἴμαστε
μιὰ ὁμάδα εἰκοσιπέντε μαχητές.
Μᾶς αἰχμαλώτισαν λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν
Κυρήνεια. Μᾶς κύκλωσαν ἀλεξιπτωτιστὲς
καὶ μηχανοκίνητα. 'Ο λοχαγὸς ἔδωσε
τὸ σύνθημα τῆς παράδοσης. ̓Ηταν
ἡ μόνη λύση. Σπαρμένο τὸ βουνὸ
ἀπὸ πτώματα. Καὶ μεῖς κάτω ἀπὸ τὰ
πυρά. Πυρὰ ἀνελέητα. «'Ο πόλεμος ἔχει
τοὺς νόμους του», εἶπε ὁ λοχαγός.
«Πολεμήσαμε. Τιμήσαμε τὰ ὅπλα. Τὴν
πατρίδα.
̓πηρετήσαμε τὴν ἔλευθερία.
̓Εδῶ εἶναι τὸ τέλος. Κάθε ἀγῶνας
ἔχει καὶ ἕνα τέλος. 'Ο θάνατος εἶναι
μιὰ λύση στὸν πόλεμο. Μιὰ λύση τιμῆς.
̓Αλλὰ εἶναι μιὰ λύση χωρὶς ἐλπίδα.
Εἵμαστε αἰχμάλωτοι. Στὴν εἰρήνη
θὰ γυρίσουμε στὰ σπίτια μας. Καὶ πάλι
δυνατοί, θὰ δουλέψουμε γιὰ τὴν πατρίδα.
Γιὰ τὴν ἐλευθερία. Εἶναι ὁ δρόμος
τῆς σύνεσης μπροστὰ στὸ ἀξεπέραστο.
'Ο μοναδικὸς δρόμος, ποὺ δὲν ἔχει τέλος.
Σηκώσαμε λευκὴ σημαία. "Ηρθε
ὁ ἐχθρός, μάζεψε τὰ ὅπλα μας. Μᾶς ἔφεραν
στὴν ἀποβάθρα. Σ ̓ ἕνα κτῖσμα
παλιό, τεράστιο. Στὰ ὑπόγεια. «Θὰ γυ-