ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
127ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αυτοί που ξεχάστηκαν — ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, ΜΙΜΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς
καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί».
Ὄχι, δὲν μπορεῖ ποτὲ ἕνα τέτοιο ἔ-
γκληµα νὰ γίνει στὸν αἰῶνα μας ὕστε-
ρα ἀπὸ τόσο αἷμα. Τόσο μῖσος, ποὺ
στοίχισε σὲ ὅλους καὶ κανεὶς δὲν ὠφε-
λήθηκε. Εἶναι ψέμματα. Λένε, πὼς θὰ
μᾶς ἐκτελέσουν ὁμαδικά. Τί κάναμε;
Πολεμήσαμε γιὰ τὴν πατρίδα. "Ὅπως
καὶ οἱ ἀντίπαλοί μας πολέμησαν γιὰ τὴ
δική τους πατρίδα. Βέβαια αὐτοὶ εἶχαν
ἄδικο. ἭΠρθαν σὲ ξένα χώματα. Ἢ ρ-
θαν ν᾿ ἁρπάξουν τὴ γῆ μας. Γι᾿ αὐτὸ
τοὺς πολεμήσαμε. Μᾶς χτύπησαν ξαφ-
νικά. Μὲ πόσο μῖσος. Μὲ πόση ὀργή.
᾿Αντισταθήκαμε. Πολλοὶ ἔπεσαν. Μα-
κάριοι οἱ νεκροί. Λέω, μακάριοι οἱ νε-
κροί. Λένε, πὼς θὰ μᾶς ἐκτελέσουν. Εἴ-
μαστε μιὰ ὁμάδα εἰκοσιπέντε μαχητές.
Μᾶς αἰχμαλώτισαν λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν
Κυρήνεια. Μᾶς κύκλωσαν ἀλεξιπτωτι-
στὲς καὶ μηχανοκίνητα. 'Ο λοχαγὸς ἔ-
δωσε τὸ σύνθημα τῆς παράδοσης. ᾿Η-
ταν ἡ μόνη λύση. Σπαρμένο τὸ βουνὸ
ἀπὸ πτώματα. Καὶ μεῖς κάτω ἀπὸ τὰ
πυρά. Πυρὰ ἀνελέητα. «'Ο πόλεμος ἔ-
χει τοὺς νόμους του», εἶπε ὁ λοχαγός.
«Πολεμήσαμε. Τιμήσαμε τὰ ὅπλα. Τὴν
πατρίδα. ᾿πηρετήσαμε τὴν ἔλευθε-
ρία. ᾿Εδῶ εἶναι τὸ τέλος. Κάθε ἀγῶνας
ἔχει καὶ ἕνα τέλος. 'Ο θάνατος εἶναι
μιὰ λύση στὸν πόλεμο. Μιὰ λύση τι-
μῆς. ᾿Αλλὰ εἶναι μιὰ λύση χωρὶς ἐλπί-
δα. Εἵμαστε αἰχμάλωτοι. Στὴν εἰρήνη
θὰ γυρίσουμε στὰ σπίτια μας. Καὶ πάλι
δυνατοί, θὰ δουλέψουμε γιὰ τὴν πατρί-
δα. Γιὰ τὴν ἐλευθερία. Εἶναι ὁ δρόμος
τῆς σύνεσης μπροστὰ στὸ ἀξεπέραστο.
'Ο μοναδικὸς δρόμος, ποὺ δὲν ἔχει τέ-
λος. Σηκώσαμε λευκὴ σημαία. "Ηρθε
ὁ ἐχθρός, μάζεψε τὰ ὅπλα μας. Μᾶς ἔ-
φεραν στὴν ἀποβάθρα. Σ᾿ ἕνα κτῖσμα
παλιό, τεράστιο. Στὰ ὑπόγεια. «Θὰ γυ-
ΜΙΜΗΣ Χ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ
Αὐτοὶ ποὺ ξεχάστηκαν
«ρίσετε στὰ σπίτια σας, μᾶς εἶπαν, μό-
λις βάλουμε σὲ κάποια τάξη τὰ πράμ-
ματα στὸ νησί». Δείχνονταν φιλικοί.
Τοὺς πιστέψαμε. Τὸ ἴδιο βράδυ ἔφεραν
κι ἄλλους. Κι ἄλλους. Γέμισε τὸ κτί-
ριο ἀσφυκτικά. Οἱ νεοφερμένοι ἔλε-
γαν, πὼς θὰ μᾶς σκοτώσουν. "Αλλοι ἧ-
ταν αἰσιόδοξοι. Ποῦ ζοῦμε; Ποῦ ζοῦμε;
Θὰ μᾶς ἀφήσουν, μόλις τελειώσει ὁ πό-
λεμος; Σὲ τί φταίξαμε; Σὲ τί ἔφταιξαν
καὶ τοῦτοι ὅλοι, ποὺ ἔπεσαν ἀπ᾽ τὰ δι-
κά μας βόλια; Πόλεμος. Γιατί γίνεται
ὁ πόλεμος, Πάλι πόλεμος; ᾿Ακόμα
λοιπὸν πόλεμος; ᾿Ακόμα τὸ μῖσος; Πῆ-
ραν τὸ προωὶ πολλοὺς καὶ δὲν γύρισαν.
Τοὺς σκότωσαν σ᾽ ἕνα φαράγγι. Οἱ
Τοῦρκοι φρουροὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι εἶναι ἐ-
λεύθεροι. Ετσι εἶπαν. «Εἶναι ἐλεύθε-
ρου. Ποιός μπορεῖ νὰ αἰχμαλωτίσει
τοὺς νεκρούς; Νὰ τοὺς σκοτώσει; Νὰ
τοὺς αἰχμαλωτίσει ὁ τάφος. Νὰ τοὺς
σκοτώσουν τὰ ὄρνεα, ξερριζώνοντας
τὰ νεκρὰ σπλάγχνα τους. Θὰ μᾶς σκο-
τώσουν καὶ μᾶς; "Οχι. Νά, μᾶς παίρ-
νουν. Ἕνας-ἕνας στὴ γραμμή. Μᾶς
φέρνουν στὴν προκυμαία. Σκάφη.
Πολλὰ σκάφη. «Πᾶτε στὴν πατρίδα»,
λέει ὁ Τοῦρκος φρουρός. Στὴν πατρί-
δα. «Τὸ νησὶ μοιράστηκε. Δικό μας
τοῦτο τὸ μέρος, τὸ βόρειο. Δικό σας τὸ
ἄλλο. Πᾶτε στὴν πατρίδα». Δείχνει τὸ
μεγάλο καράβι στὸ βάθος. Εἶναι μαῦ-
ρο, σὰν ἕνα τεράστιο ὄρνεο, ποὺ πέτα-
ἕε καὶ στάθηκε ἐπάνω στὰ νερά. Μᾶς
στέλνουν στὴν πατρίδα... Είμαστε λοι-
πὸν ἐλεύθεροι... Θὰ εἴμαστε ἐλεύθε-
ροι.. Μᾶς σπρώχνουν στὰ μικρὰ
πλοῖα. Ξεκινοῦν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπ᾽ τὸ
ἄλλο. Γιὰ τὸ μεγάλο, μαῦρο καράβι.
Ἢ ἡμισέληνος κυματίζει στὸν πρωινὸ
ἄνεμο. Ο φόβος ἔρχεται μαζί µας, κα-
θὼς πλησιάζουμε στὸ σκάφος. Τί εἶναι
ὁ φόβος; Η ἀπουσία τῆς ἐλπίδας. Τὸ
παγερὸ ἄγγιγμα τῆς ἀπελπισίας. Δὲν εἴ-