ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

127ΙΟΥΛΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7406 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
61 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Αυτοί που ξεχάστηκαν — ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, ΜΙΜΗΣ
    ἀρχή: σελ. 7406 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 127

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Ὄχι, δὲν μπορεῖ ποτὲ ἕνα τέτοιο ἔ- γκληµα νὰ γίνει στὸν αἰῶνα μας ὕστε- ρα ἀπὸ τόσο αἷμα. Τόσο μῖσος, ποὺ στοίχισε σὲ ὅλους καὶ κανεὶς δὲν ὠφε- λήθηκε. Εἶναι ψέμματα. Λένε, πὼς θὰ μᾶς ἐκτελέσουν ὁμαδικά. Τί κάναμε; Πολεμήσαμε γιὰ τὴν πατρίδα. "Ὅπως καὶ οἱ ἀντίπαλοί μας πολέμησαν γιὰ τὴ δική τους πατρίδα. Βέβαια αὐτοὶ εἶχαν ἄδικο. ἭΠρθαν σὲ ξένα χώματα. Ἢ ρ- θαν ν᾿ ἁρπάξουν τὴ γῆ μας. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς πολεμήσαμε. Μᾶς χτύπησαν ξαφ- νικά. Μὲ πόσο μῖσος. Μὲ πόση ὀργή. ᾿Αντισταθήκαμε. Πολλοὶ ἔπεσαν. Μα- κάριοι οἱ νεκροί. Λέω, μακάριοι οἱ νε- κροί. Λένε, πὼς θὰ μᾶς ἐκτελέσουν. Εἴ- μαστε μιὰ ὁμάδα εἰκοσιπέντε μαχητές. Μᾶς αἰχμαλώτισαν λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Κυρήνεια. Μᾶς κύκλωσαν ἀλεξιπτωτι- στὲς καὶ μηχανοκίνητα. 'Ο λοχαγὸς ἔ- δωσε τὸ σύνθημα τῆς παράδοσης. ᾿Η- ταν ἡ μόνη λύση. Σπαρμένο τὸ βουνὸ ἀπὸ πτώματα. Καὶ μεῖς κάτω ἀπὸ τὰ πυρά. Πυρὰ ἀνελέητα. «'Ο πόλεμος ἔ- χει τοὺς νόμους του», εἶπε ὁ λοχαγός. «Πολεμήσαμε. Τιμήσαμε τὰ ὅπλα. Τὴν πατρίδα. ᾿πηρετήσαμε τὴν ἔλευθε- ρία. ᾿Εδῶ εἶναι τὸ τέλος. Κάθε ἀγῶνας ἔχει καὶ ἕνα τέλος. 'Ο θάνατος εἶναι μιὰ λύση στὸν πόλεμο. Μιὰ λύση τι- μῆς. ᾿Αλλὰ εἶναι μιὰ λύση χωρὶς ἐλπί- δα. Εἵμαστε αἰχμάλωτοι. Στὴν εἰρήνη θὰ γυρίσουμε στὰ σπίτια μας. Καὶ πάλι δυνατοί, θὰ δουλέψουμε γιὰ τὴν πατρί- δα. Γιὰ τὴν ἐλευθερία. Εἶναι ὁ δρόμος τῆς σύνεσης μπροστὰ στὸ ἀξεπέραστο. 'Ο μοναδικὸς δρόμος, ποὺ δὲν ἔχει τέ- λος. Σηκώσαμε λευκὴ σημαία. "Ηρθε ὁ ἐχθρός, μάζεψε τὰ ὅπλα μας. Μᾶς ἔ- φεραν στὴν ἀποβάθρα. Σ᾿ ἕνα κτῖσμα παλιό, τεράστιο. Στὰ ὑπόγεια. «Θὰ γυ- ΜΙΜΗΣ Χ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Αὐτοὶ ποὺ ξεχάστηκαν «ρίσετε στὰ σπίτια σας, μᾶς εἶπαν, μό- λις βάλουμε σὲ κάποια τάξη τὰ πράμ- ματα στὸ νησί». Δείχνονταν φιλικοί. Τοὺς πιστέψαμε. Τὸ ἴδιο βράδυ ἔφεραν κι ἄλλους. Κι ἄλλους. Γέμισε τὸ κτί- ριο ἀσφυκτικά. Οἱ νεοφερμένοι ἔλε- γαν, πὼς θὰ μᾶς σκοτώσουν. "Αλλοι ἧ- ταν αἰσιόδοξοι. Ποῦ ζοῦμε; Ποῦ ζοῦμε; Θὰ μᾶς ἀφήσουν, μόλις τελειώσει ὁ πό- λεμος; Σὲ τί φταίξαμε; Σὲ τί ἔφταιξαν καὶ τοῦτοι ὅλοι, ποὺ ἔπεσαν ἀπ᾽ τὰ δι- κά μας βόλια; Πόλεμος. Γιατί γίνεται ὁ πόλεμος, Πάλι πόλεμος; ᾿Ακόμα λοιπὸν πόλεμος; ᾿Ακόμα τὸ μῖσος; Πῆ- ραν τὸ προωὶ πολλοὺς καὶ δὲν γύρισαν. Τοὺς σκότωσαν σ᾽ ἕνα φαράγγι. Οἱ Τοῦρκοι φρουροὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι εἶναι ἐ- λεύθεροι. Ετσι εἶπαν. «Εἶναι ἐλεύθε- ρου. Ποιός μπορεῖ νὰ αἰχμαλωτίσει τοὺς νεκρούς; Νὰ τοὺς σκοτώσει; Νὰ τοὺς αἰχμαλωτίσει ὁ τάφος. Νὰ τοὺς σκοτώσουν τὰ ὄρνεα, ξερριζώνοντας τὰ νεκρὰ σπλάγχνα τους. Θὰ μᾶς σκο- τώσουν καὶ μᾶς; "Οχι. Νά, μᾶς παίρ- νουν. Ἕνας-ἕνας στὴ γραμμή. Μᾶς φέρνουν στὴν προκυμαία. Σκάφη. Πολλὰ σκάφη. «Πᾶτε στὴν πατρίδα», λέει ὁ Τοῦρκος φρουρός. Στὴν πατρί- δα. «Τὸ νησὶ μοιράστηκε. Δικό μας τοῦτο τὸ μέρος, τὸ βόρειο. Δικό σας τὸ ἄλλο. Πᾶτε στὴν πατρίδα». Δείχνει τὸ μεγάλο καράβι στὸ βάθος. Εἶναι μαῦ- ρο, σὰν ἕνα τεράστιο ὄρνεο, ποὺ πέτα- ἕε καὶ στάθηκε ἐπάνω στὰ νερά. Μᾶς στέλνουν στὴν πατρίδα... Είμαστε λοι- πὸν ἐλεύθεροι... Θὰ εἴμαστε ἐλεύθε- ροι.. Μᾶς σπρώχνουν στὰ μικρὰ πλοῖα. Ξεκινοῦν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπ᾽ τὸ ἄλλο. Γιὰ τὸ μεγάλο, μαῦρο καράβι. Ἢ ἡμισέληνος κυματίζει στὸν πρωινὸ ἄνεμο. Ο φόβος ἔρχεται μαζί µας, κα- θὼς πλησιάζουμε στὸ σκάφος. Τί εἶναι ὁ φόβος; Η ἀπουσία τῆς ἐλπίδας. Τὸ παγερὸ ἄγγιγμα τῆς ἀπελπισίας. Δὲν εἴ-
← καθαρισμένο κείμενο