ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
128-129ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μηδανικά — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
ΠΛ ΟΝΙΑΙ αμ
Μηδενικὰ
Νὰ ταξιδεύεις μὲ τὶς ὧρες νύχτα, θεριστἠ μήνα, ποὺ σὰ σπυρὶ καλαμποκιοῦ
ἦταν τὸ φεγγάρι, καὶ νὰ γίνεσαι εὐφρόσυνα δεκτὸς σὲ μοναστήρι μακρινὸ
μὲ τὶς μνῆμες τῶν αἰώνων νὰ φτεροκοπᾶνε νυχτοπούλια, νὰ σοῦ ᾱνοίγουν
διάπλατα τὴ βαρειᾶ σιδερένια πόρτα νύμφες ἀνύμφευτες, ποὺ θωρῶντάς
τες νὰ λές, «κι ἐγὼ τί κατάλαβα μέσα στὴν τόση ἀλμύρα...», νὰ σὲ
προσμένει ὄρθιος ὁ αἰδεσιμώτατος, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει σὲ τράπεζα στρωμένη,
ἀποτελεῖ ἐμπειρία ἀνεπανάληπτη.
Μὰ ὁ ἔξ ̓ ἀπὸ δῶ, ποὺ δὲν εἶχε δουλειὰ νὰ κάνει, μ ̓ ἔβαλε στὸ μάτι, καὶ
στὴν πρώτη μου κιόλας μπουκιὰ παρ” ὀλίγο νὰ μὲ πνίξει. «'Η κυρία», εἶπε
ὁ αἰδεσιμώτατος, «εἶναι εὐσεβεστάτη, λογοτέχνις καὶ δημοσιογράφος». Τί
τό ̓θελε ὁ εὐλογημένος! Καὶ τὰ πηρούνια ἔμειναν μετέωρα, ἄστραψαν τὰ
μάτια καὶ οἱ λέξεις, μικρὰ αἰχμηρὰ βέλη, κινήθηκαν κατὰ πάνω μου βιαστικές,
ἀνυπόμονες. --- Σὲ ποιά ἐφημερίδα γράφετε, --- Σὲ καμμία. Καὶ αὐθωρεὶ
τὰ μάτια σκοτείνιασαν, τὰ πηρούνια ἄρχισαν πάλι ν ̓ ἀνεβοκατεβαίνουν
κι ἐγὼ τό ̓ριξα στὶς ἐξισώσεις: ε Ὁ λ 3 δ ΞΊ.1.000, ἀλλὰ 1.000 --- ὃ Ξ0,
ἄρα, ε τ λΞ0. Σεβαστὲ κι ἀγαπητέ μου αἰδεσιμώτατε, τὸ διαπιστώσατε καὶ
μόνος σας. Δὲ γίνεται τίποτα.
Κατηφορίζοντας τὴν Πανεπιστημίου μὲ παλιά μου συμμαθήτρια, ἔπεσα
πάνω σὲ φίλο ἐκλεκτό, ἀπ ̓ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαπᾶς, ποὺ τὸ ξέρεις ὅτι σὲ
ἀγαποῦν, μὰ δὲν τοὺς συναντᾶς πιὰ καὶ συναντᾶς ἄλλους, πού, ὅταν τοὺς κόβεις
ἀπὸ μακριά, ἀλλάζεις πεζοδρόμιο. « ̓Εσύ», μοῦ λέει, «εἶσαι σὰν τοὺς ἐκτετιναγμένους
τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ μὲ τό ̓να χέρι πολεμοῦσαν καὶ μὲ τ ̓
ἄλλο ἔχτιζαν». «Δὲ χτίζει», τὸν ἀντίκοψε ἡ παρέα μου κι ἐκεῖνος ἄρχισε τὸ
παλιό μου τροπάριο: «Θὰ πάω στὴ ζούγκλα μὲ τὸν Ταρζάν...». Ο ἴδιος πάντα,
ποὺ ὁσάκις θύμωνε μὲ κάτι, μᾶς πετοῦσε κατάμουτρα τὸ τραγουδάκι
του κι ἐμεῖς ψαχνόμαστε. Τώρα τὸ εἴπαμε μαζὶ καὶ οἱ περαστικοὶ ἔκαναν χάἔι
κουνώντας τὰ κεφάλια τους. «Δὲν ξεχνῶ τὶς ἐκθέσεις της», εἶπε πάλι ἡ
πρώην μου, «ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ γίνει δημοσιογράφος. Εἶχε πέννα». «Ποῦ ζεῖτε,
σεῖς, κυρία μου; Δὲ χρειάζεται νὰ ἔχεις πέννα, γιὰ νὰ γίνεις δημοσιογράφος.
Ὃ Στάιμπεκ ἔχασε τὴ δουλειά του ἀκριβῶς, γιατὶ εἶχε πέννα». «Καὶ
στὸ τέλος», συμπλήρωσα ἐγώ, «ψάρευε γιὰ νὰ ἐπιβιώσει. ̓Αλλὰ κι ἐκεῖνο
τὸ θεριό, ποὺ ἔστειλε στὸ διάολο ὅλους τοὺς ἐκδότες, ἔστησε τὴ σκηνή του
στὶς ὄχθες τῆς λίμνης καὶ μιὰ νύχτα βρίζοντας τ ̓ ἀστέρια πέρασε στὸ ἔχαστο
σκάνδαλο, ποῦ τὸ πᾶς; ̓Αλήθεια, ἔγραφες ἄλλοτε. Γιατί σταμάτησες;».
«Γιὰ νὰ μὴν αὐτοκτονήσω». Δὲν αὐτοκτονήσαμε, φίλε: βουλιάξαμε
ἀργά, ἀνεπαισθήτως. Κρατήσαμε ὅμως τὴν ὀργή, κι αὐτὸ εἶναι κάτι.
Στὸ σπίτι μὲ περίμενε ἡ Τσιτσιολίνα, ποὺ στὸ Δελτίο Εἰδήσεων, παρακαλῶ,
παρουσίαζε τὶς φωτογραφίες ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσε, λέει, ἀργότερα
γιὰ τὴ σεξουαλικὴ διαπαιδαγώγηση τοῦ γιοῦ της. Θαυμάζω τὴν Τσιτσιολίνα,
ποὺ τὸ πνεῦμα της ἄστραψε καὶ βρόντηξε στὴ συνέντευξη ποὺ χάρισε
στὸ πανελλήνιο: --- Πῶς τὰ καταφέρετε νὰ ἐκλεγεῖτε βουλευτής; --- Δείχνοντας
τὸ στῆθος μου. --- Ἔχετε φιλοδοξίες καὶ γιὰ πρωθυπουργός; -------