ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
128-129ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο τσάρος κι ο κουλάκος — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ
'Ο τσάρος κι ὁ κουλάκος
Τὸ μέλλον της ἦταν ὁ ἄντρας της ὁ Ρώρης,
καταδικός της ἄνθρωπος, ὅλα μαζὶ τὰ σχεδίασαν,
δὲ βαρυέσαι, νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς,
τ ̓ ἄλλα ἀσήμαντα καὶ διαβατικά. "Ολοι οἱ
πενηντάρΏδες, πού χουν νέες γυναῖκες,
εἶναι κερατωμένοι, δὲν τὸ ξέρουν κιόλας κι
οὔτε ἔχουν κανένα ὄφελος. ̓Ενῶ ὁ Ρώρης
φέρεται ἔξυπνα καὶ θετικά, κι οἱ δυὸ νὰ
φκιαχτοῦν κι ὕστερα δική τους ἡ ζωή, πὲς
ὅτι τὴν πῆρε ἀπὸ δεύτερο χέρι καὶ τοῦ
̓μεινε. Τί διαφορὰ ἔχει;
Ἐαφνικὲς ριπὲς δυνατοῦ ἄνεμου σὲ ὥρα
ἀπογευματινὴ ἅρπαξαν τὰ σκουπίδια τοῦ
δρόμου, τὶς σκόνες καὶ τὰ παλιόχαρτα, τά
Ἶριξαν στὰ κεφάλια τῶν περαστικῶν, τὰ τίναξαν
μέχρι τὰ παράθυρά του, ἐνῶ σκοτείνιαζε
ὁ δρόμος καὶ χανόταν στὴ βουὴ καὶ
στὴν ἀντάρα. Σὲ λίγο ἄρχισε κι ἡ νεροποντή,
σωστὸς κατακλυσμός. Στὰ παράθυρα
σχηματίστηκαν ρυάκια λασπόνερου, ἦταν
τὰ νερὰ τῆς βροχῆς ποὺ παρέσυραν τὶς
κολλημένες στὰ τζάμια ἀκαθαρσίες τοῦ
δρόμου. ̓Αηδιασμένος ὁ ̓Αρχηγὸς τραβήχτηκε
ἀπ ̓ τὸ παράθυρο καὶ πάτησε τὸ
κουμπὶ τοῦ κουδουνιοῦ. ́Ανοιξε ἡ πόρτα
καὶ στὸ κατώφλι φάνηκε ἀμίλητος μὲ τὸ
κεφάλι σκυφτό, ἀνθρώπινο θηρίο, ὁ ἀκόλουθός
του ὁ ̓Αχιλλέας.
Κατέβασέ την κάτω, εἶπε ὁ ̓Αρχηγός,
κλεῖσε τὴν εἴσοδο τοῦ ἰσογείου, δὲν
εἶμ ̓ ἐδῶ γιὰ κανένα...
Ὃ ̓Αχιλλέας ἔκλεισε ἥσυχα τὴν πόρτα
κι ὁ ̓Αρχηγὸς βάλθηκε νὰ μαζεύει τὰ χαρτιὰ
ἀπ ̓ τὸ γραφεῖο καὶ νὰ τὰ ρίχνει ἀνακατεμένα
σ ̓ ἕνα συρτάρι. Μόλις εἶχε ἀρχίσει
νὰ διαβάζει ἐνα-δυὸ κι ἀμέσως τὰ σκυλοβαρέθηκε.
Τί τοῦ τὰ στέλνουν αὐτοὶ οἱ ἧἡλίθιοι,
δὲν ἔπαιρναν οἱ ἴδιοι μιὰ πρωτοβουλία
ἢ ἤθελαν νά χει κι αὐτὸς ἕνα μέρος
τῆς εὐθύνης τους; "Ας τους νὰ κουρεύονται.
Κι ἂν ἀκόμη δὲν προχωρήσουν
οἱ ἴδιοι σὲ κάποια λύση, τὰ ζητήματα θὰ
λυθοῦν μόνα τους ἢ θ ̓ ἀτονήσουν μὲ τὸν
καιρὸ καὶ κανεὶς πιὰ δὲ θὰ τὰ θυμᾶται. Κι
ἐξ ἄλλου περνοῦσε ὁ καιρός, τὰ χρόνια
κυλοῦσαν σὰν τὸ νεράκι στὴν κατηφοριά,
τώρα πού ̓πιασε τὴν καλή, ἂν δὲν κύτταζε
καλὰ τὸν ἑαυτό του, θὰ τὸν πρόφταιναν τὰ
χρόνια τῆς σκουριᾶς κι ὕστερα τί τοῦ
χρειάζονταν τὰ λεφτά, ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη:
Ας πᾶνε ὅλοι νὰ κουρεύονται...
Κι ̓ ὁ
̓Αρχηγὸς ὅλα τὰ καταλάβαινε.
Ἢ Δόμνα ἤξερε ἢ αἰσθανόταν τὰ κόλπα
καὶ τὰ σχέδια ποὺ τοῦ ἄρεσαν, χατήρι δὲν
τοῦ χαλοῦσε καὶ μαζὶ τοῦ ̓κανε τὴν καλὴ
καὶ τὴν ἀθώα. Καλὴ δὲν ἦταν, οὔτε ἀνήξερη.
πολλὰ ἤθελε δικά της καὶ μόνο αὐτὸς
μποροῦσε νὰ τῆς τὰ δώσει. Κι ὡστόσο ἡταν,
ἀπὸ καιρὸ τώρα, ἡ καταφυγὴ καὶ τὸ
λιμάνι του. Η γυναίκα του, ἡ Ρεγγίνα, ἡταν
γιὰ φτύσιμο, τὸ κορμί της ζάρωσε καὶ
σαφράκιασε κι ἐξογκώθηκε ἐδῶ κι ἐκεῖ, κόμποι-κόμποι
τὸ ἀρρωστημένο λίπος. Καὶ
μιὰ καλὴ κουβέντα δὲν εἶχε γιὰ κανένα.
"Ὑποψίες εἶχε, ὅποτε τὸν ἔβρισκε βολικὸ
τοῦ γκρίνιαζε, ἡ πίκρα της δίπλωνε τὸ σαγόνι
της καὶ μελάνιαζε τὰ χείλη της τὰ
φαρμακωμένα. Τέλος τὴ διαβολόστειλε καὶ
ἡσύχασε. Δὲν τῆς ἔλειπε τίποτε, ζοῦσε μὲ
τὰ παιδιὰ κι αὐτὸς γλύτωσε. Τῆς εἶπε νὰ κάτσει
καλὰ καὶ νὰ ἡσυχάζει. Τὸν ἤξερε καλά,
εἶχε δύναμη, ἂν ἤθελε, θά ̓ φερνε τὰ πάνω
κάτω. Τὸ βούλωσε, ὑποτάχτηκε.
Πετάχτηκε ὄρθια ἡ Δόμνα, μπῆκε ὁ
̓Αρχηγός. 'Η πόρτα μὲ τὴ διπλῆ ἐπένδυση
ξανάκλεισε ἀμέσως. Ρίχτηκε ἡ Δόμνα στὸ
λαιμό του κι ἄρχισε τὰ φιλιὰ στὸ στόμα
ρουφηχτά. Αρχισε κι ὁ ̓Αρχηγὸς νὰ πετάει
στὶς πολυθρόνες ὅ,τι τὸν στενοχωροῦσε.
Πρῶτα τὸ σακκάκι καὶ τὴ γραβάτα. Κάθησε
στὸ τριπλὸ κρεββάτι κι ἡ Δομνίτσα στὰ
γόνατά του χαδιάρα καὶ γελαστική. Κι ὅσο
ἤθελε, μποροῦσε νὰ χαχανίζει. Τὸ δωμάτιο
δὲν ἔβλεπε πουθενά. Τὰ παράθυρα, ποὺ ἔβλεπαν
στὸν κῆπο, εἶχαν χτιστεῖ κι εἶχε ἐγκατασταθεῖ
ἕνα σύστημα κλιματισμοῦ κι ἐξαερισμοῦ
ἀπ ̓ τὰ καλύτερα. Κι ̓ ἡ ἠχομόνωση
ἦταν τέλεια, τίποτε δὲν μποροῦσε ν ̓
“Ἡ Δόμνα ἔβαζ ̓ αὐτὶ ν ̓ ἀκούσει, μήπως
ἐρχόταν τ ̓ ἀφεντικὸ καὶ μαζὶ σκεφτόταν τ ̓
ἄλλα. Τί τὴν ἔνοιαζαν τώρα τὰ δῶρα καὶ τὰ
ταξίδια; Εἶχε φλομώσει ἀπ ̓ αὐτά. "Ηταν
καιρὸς νὰ φκιαχτεῖ κι αὐτὴ σίγουρα καὶ γιὰ
πάντα. "Οχι σήμερα ὅλα ὡραῖα καὶ καλά,
κι αὔριο ποῦ σὲ εἶδα, ποῦ σὲ ξέρω, κι οἱ
μπράβοι νὰ τὴ συμβουλεύουν μὲ τρόπο καὶ
μὲ εὐγένεια -- γιὰ τὸ καλό της -- νὰ μὴ
ξαναπιάσει τηλέφωνο στὸ χέρι της. "Οχι.