ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

128-129ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7463 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο τσάρος κι ο κουλάκος — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 7463 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 128

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» Ἐαφνικὲς ριπὲς δυνατοῦ ἄνεμου σὲ ὥρα ἀπογευματινὴ ἅρπαξαν τὰ σκουπίδια τοῦ δρόμου, τὶς σκόνες καὶ τὰ παλιόχαρτα, τά Ἶριξαν στὰ κεφάλια τῶν περαστικῶν, τὰ τί- ναξαν μέχρι τὰ παράθυρά του, ἐνῶ σκοτεί- νιαζε ὁ δρόμος καὶ χανόταν στὴ βουὴ καὶ στὴν ἀντάρα. Σὲ λίγο ἄρχισε κι ἡ νεροπο- ντή, σωστὸς κατακλυσμός. Στὰ παράθυρα σχηματίστηκαν ρυάκια λασπόνερου, ἦταν τὰ νερὰ τῆς βροχῆς ποὺ παρέσυραν τὶς κολλημένες στὰ τζάμια ἀκαθαρσίες τοῦ δρόμου. ᾿Αηδιασμένος ὁ ᾿Αρχηγὸς τραβή- χτηκε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο καὶ πάτησε τὸ κουμπὶ τοῦ κουδουνιοῦ. ΄Ανοιξε ἡ πόρτα καὶ στὸ κατώφλι φάνηκε ἀμίλητος μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, ἀνθρώπινο θηρίο, ὁ ἀκό- λουθός του ὁ ᾿Αχιλλέας. Κατέβασέ την κάτω, εἶπε ὁ ᾿Αρχη- γός, κλεῖσε τὴν εἴσοδο τοῦ ἰσογείου, δὲν εἶμ᾽ ἐδῶ γιὰ κανένα... Ὃ ᾿Αχιλλέας ἔκλεισε ἥσυχα τὴν πόρτα κι ὁ ᾿Αρχηγὸς βάλθηκε νὰ μαζεύει τὰ χαρ- τιὰ ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο καὶ νὰ τὰ ρίχνει ἀνακα- τεμένα σ᾽ ἕνα συρτάρι. Μόλις εἶχε ἀρχίσει νὰ διαβάζει ἐνα-δυὸ κι ἀμέσως τὰ σκυλο- βαρέθηκε. Τί τοῦ τὰ στέλνουν αὐτοὶ οἱ ἧἡ- λίθιοι, δὲν ἔπαιρναν οἱ ἴδιοι μιὰ πρωτο- βουλία ἢ ἤθελαν νά χει κι αὐτὸς ἕνα μέ- ρος τῆς εὐθύνης τους; "Ας τους νὰ κου- ρεύονται. Κι ἂν ἀκόμη δὲν προχωρήσουν οἱ ἴδιοι σὲ κάποια λύση, τὰ ζητήματα θὰ λυθοῦν μόνα τους ἢ θ᾽ ἀτονήσουν μὲ τὸν καιρὸ καὶ κανεὶς πιὰ δὲ θὰ τὰ θυμᾶται. Κι ἐξ ἄλλου περνοῦσε ὁ καιρός, τὰ χρόνια κυλοῦσαν σὰν τὸ νεράκι στὴν κατηφοριά, τώρα πού ᾿πιασε τὴν καλή, ἂν δὲν κύτταζε καλὰ τὸν ἑαυτό του, θὰ τὸν πρόφταιναν τὰ χρόνια τῆς σκουριᾶς κι ὕστερα τί τοῦ χρειάζονταν τὰ λεφτά, ἡ δόξα καὶ ἡ δύνα- µη: Ας πᾶνε ὅλοι νὰ κουρεύονται... “Ἡ Δόμνα ἔβαζ᾽ αὐτὶ ν᾿ ἀκούσει, μήπως ἐρχόταν τ᾽ ἀφεντικὸ καὶ μαζὶ σκεφτόταν τ᾽ ἄλλα. Τί τὴν ἔνοιαζαν τώρα τὰ δῶρα καὶ τὰ ταξίδια; Εἶχε φλομώσει ἀπ᾿ αὐτά. "Ηταν καιρὸς νὰ φκιαχτεῖ κι αὐτὴ σίγουρα καὶ γιὰ πάντα. "Οχι σήμερα ὅλα ὡραῖα καὶ καλά, κι αὔριο ποῦ σὲ εἶδα, ποῦ σὲ ξέρω, κι οἱ μπράβοι νὰ τὴ συμβουλεύουν μὲ τρόπο καὶ μὲ εὐγένεια -- γιὰ τὸ καλό της -- νὰ μὴ ξαναπιάσει τηλέφωνο στὸ χέρι της. "Οχι. ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ 'Ο τσάρος κι ὁ κουλάκος Τὸ μέλλον της ἦταν ὁ ἄντρας της ὁ Ρώρης, καταδικός της ἄνθρωπος, ὅλα μαζὶ τὰ σχε- δίασαν, δὲ βαρυέσαι, νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς, τ᾽ ἄλλα ἀσήμαντα καὶ διαβατικά. "Ολοι οἱ πενηντάρΏδες, πού χουν νέες γυναῖκες, εἶναι κερατωµένοι, δὲν τὸ ξέρουν κιόλας κι οὔτε ἔχουν κανένα ὄφελος. ᾿Ενῶ ὁ Ρώρης φέρεται ἔξυπνα καὶ θετικά, κι οἱ δυὸ νὰ φκιαχτοῦν κι ὕστερα δική τους ἡ ζωή, πὲς ὅτι τὴν πῆρε ἀπὸ δεύτερο χέρι καὶ τοῦ ᾽μεινε. Τί διαφορὰ ἔχει; Κι᾿ ὁ ᾿Αρχηγὸς ὅλα τὰ καταλάβαινε. Ἢ Δόμνα ἤξερε ἢ αἰσθανόταν τὰ κόλπα καὶ τὰ σχέδια ποὺ τοῦ ἄρεσαν, χατήρι δὲν τοῦ χαλοῦσε καὶ μαζὶ τοῦ ᾿κανε τὴν καλὴ καὶ τὴν ἀθώα. Καλὴ δὲν ἦταν, οὔτε ἀνήξε- ρη. πολλὰ ἤθελε δικά της καὶ µόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ τῆς τὰ δώσει. Κι ὡστόσο ἡ- ταν, ἀπὸ καιρὸ τώρα, ἡ καταφυγὴ καὶ τὸ λιμάνι του. Η γυναίκα του, ἡ Ρεγγίνα, ἡ- ταν γιὰ φτύσιμο, τὸ κορμί της ζάρωσε καὶ σαφράκιασε κι ἐξογκώθηκε ἐδῶ κι ἐκεῖ, κό- µποι-κόμποι τὸ ἀρρωστημένο λίπος. Καὶ μιὰ καλὴ κουβέντα δὲν εἶχε γιὰ κανένα. "Ὑποψίες εἶχε, ὅποτε τὸν ἔβρισκε βολικὸ τοῦ γκρίνιαζε, ἡ πίκρα της δίπλωνε τὸ σα- γόνι της καὶ µελάνιαζε τὰ χείλη της τὰ φαρμακωμένα. Τέλος τὴ διαβολόστειλε καὶ ἡσύχασε. Δὲν τῆς ἔλειπε τίποτε, ζοῦσε μὲ τὰ παιδιὰ κι αὐτὸς γλύτωσε. Τῆς εἶπε νὰ κά- τσει καλὰ καὶ νὰ ἡσυχάζει. Τὸν ἤξερε κα- λά, εἶχε δύναμη, ἂν ἤθελε, θά ᾽ φερνε τὰ πά- νω κάτω. Τὸ βούλωσε, ὑποτάχτηκε. Πετάχτηκε ὄρθια ἡ Δόμνα, μπῆκε ὁ ᾿Αρχηγός. 'Η πόρτα μὲ τὴ διπλῆ ἐπένδυση ξανάκλεισε ἀμέσως. Ρίχτηκε ἡ Δόμνα στὸ λαιμό του κι ἄρχισε τὰ φιλιὰ στὸ στόμα ρουφηχτά. Αρχισε κι ὁ ᾿Αρχηγὸς νὰ πετά- ει στὶς πολυθρόνες ὅ,τι τὸν στενοχωροῦσε. Πρῶτα τὸ σακκάκι καὶ τὴ γραβάτα. Κάθη- σε στὸ τριπλὸ κρεββάτι κι ἡ Δομνίτσα στὰ γόνατά του χαδιάρα καὶ γελαστική. Κι ὅσο ἤθελε, μποροῦσε νὰ χαχανίζει. Τὸ δωμάτιο δὲν ἔβλεπε πουθενά. Τὰ παράθυρα, ποὺ ἔ- βλεπαν στὸν κῆπο, εἶχαν χτιστεῖ κι εἶχε ἐ- γκατασταθεῖ ἕνα σύστημα κλιματισμοῦ κι ἐ- ξαερισμοῦ ἀπ᾿ τὰ καλύτερα. Κι᾿ ἡ ἠχομό- νωση ἦταν τέλεια, τίποτε δὲν μποροῦσε ν᾿
← καθαρισμένο κείμενο