ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
130ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Άγνοια — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
́Αγνοια
Τὸν εἶδα σ ̓ Αἰγαιοπελαγίτικο νησί, στὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Δεκαπενταύγουστου.
Εἶδα τοὺς θαλασσινοὺς ἄσπρους κύκνους μὲ τ ̓ ἀκρόπρωρα ὑψωμένα
στὸν ήλιο ποὺ βασίλευε, τὸ ναὸ ποὺ στραγγάλιζε τὸν ἑσπερινό, γιὰ νὰ
ὑποδεχτεῖ τὸν ἰσχυρό. Εἶδα τοὺς ζητιάνους νὰ πετοῦν τὶς σκούφιες τους
στὸν ἀέρα καὶ τοὺς πιστοὺς τῆς Παρθένου νὰ παραμερίζουν μμουδιασμένοι.
Ἤτανε τότε, ποὺ ὅλοι μιλοῦσαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁλώνιζε τοὺς οὐρανοὺς
καὶ τὶς θάλασσες μ ̓ ἀεροπλᾶνα καὶ βαπόρια. Δικά του ἀεροπλᾶνα καὶ
βαπόρια. Ἣ σύζυγός του δήλωνε «ἡ πιὸ εὐτυχισμένη γυναίκα τοῦ κόσμου»,
ὁ φοιτητόκοσμος μακάριζε τὸ γιό του ἀναθεματίζοντας τὰ γράμματα
κι ἐκεῖνον ποὺ τὰ βρῆκε, δυὸ κορυφαῖοι χρονογράφοι μας ἐπικροτοῦσαν τὰ
καμώματά του ὑμνοῦντες τὸν ἄντρα, τὸν ἔξοχο καὶ δυνατό, ποὺ μόνος του
ἐδημιούργησε τὴ μοῖρα του, ποὺ μὲ τὸ γερὸ μυαλό του κατέκτησε τὴ ζωὴ
καὶ τ ̓ ἀγαθά της, ποὺ δικαιοῦται ν ̓ ἀπολαμβάνει ὅπως αὐτὸς νομίζει. Ξαφνικὰ
ὅμως ἐπέρχεται ραγδαία ἡ πτώση κι ἀπὸ τὴν εὐτυχία πέφτει στὴ μεγαλύτερη,
τὴν πιὸ ἀξιοθρήνητη δυστυχία. Τώρα πιὰ ὅλοι μιλοῦν γιὰ τὴν
κατάρα τῶν ̓Ατρειδῶν' καὶ μὲ κακεντρέχεια: «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».
Ποιά ἡ ἁμαρτία ὅμως, ἀγνοοῦν. Διαφορετικὰ δὲ θ ̓ ἄνοιγε κανεὶς τὸ
στόμα του.
Τὸν εἶδα σ ̓ ἕνα σημαδιακὸ τρίστρατο τῆς “Ἱστορίας. 'Η ̓Ελλάδα μόλις
ἔχει ἀφήσει πίσω τοὺς Μηδικοὺς πολέμους καὶ ἡ ̓Αθήνα λάμπει σὰν
ἄστρο στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδας. Τὴν κυβερνάει ὁ ̓Ολύμπιος, ποὺ δημιουργεῖ
τὸν Χρυσοῦν Αἰῶνα στὴν ̓ Αθήνα τῶν λίγων δεκαετιῶν μὲ ξένα
κόλλυβα, μὰ τὸ καζάνι βράζει, γιὰ νὰ σπάσει τὸν ̓Ιούλιο τοῦ 431] καὶ νὰ
κατακάψει θλιβεροὺς νικητὰς καὶ ἡττημένους, τόσο θλιβερούς, ὅσο δὲν εἷχαν
ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας. Καὶ «ἡ ̓Ελλάδα μιά, πάει καὶ νὰ τὴν
κλαῖς». «Η ̓Ελλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει», σκούζω ἐγὼ μὲ τὸ πεῖσμα τῆς ᾱγνοιας
στὸ σχολειό, κι ὅταν κάποιος μοῦ πετάει τὴ φράση «δὲ θεωρῶ μεγάλο
τὸν Περικλῆ κι ἔχω τοὺς λόγους μου», μοῦ ἔρχεται νὰ τὸν πνίξω. Σιγὰσιγὰ
ὅμως ἀνεβαίνουν στὸ φῶς τὰ κούφια καρύδια, οἱ «μεγαλειώδεις πλάνες»
ποὺ μοῦ νερούλιασαν τὸ μυαλό, κι ἀπὸ κοντὰ κάποιες περίεργα περιθωριακὲς
λεπτομέρειες, ποὺ λένε πολλά, ὅπως ἐκείν ̓ ἡ ἱστορία μὲ τὸν
̓Αρχίδαμο, ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς Πελοποννησίους. Ἔτσι καὶ φτάνει τὸ λοιπὸν
στὴ Μεγαρίδα ὁ συνετὸς αὐτὸς βασιλιᾶς, ἀλαφιάζεται. «Τί στὴν ὀργὴ
κάνουμε;!» ἀστράφτει ὁ νοῦς του. Καὶ στὴ στιγμὴ διατάξει τὸ στράτευμα
“σημειωτὸν’ καὶ στέλνει τὸ Μελήσιππο τοῦ Διακρίτου στὴν ̓ Αθήνα μὲ
νέες προτάσεις. «Ἔφτυσα», τοῦ λέει, καὶ ἐλπίζει. Φτάνει ἐκεῖνος καταῖὁρωμένος
μὲ τὸ στόμα κολλημένο ἀπὸ τὴ δίψα. «Νερό», κατορθώνει νὰ
Ψελλίσει. Δὲν προλαβαίνει νὰ πεῖ δεύτερη λέξη, γιατὶ σ ̓ ἕνα νόημα τοῦ
Περικλῆ οἱ ̓Αθηναῖοι τὸν ἐξαποστέλλουν πίσω μπαλλάκι στὴ μέση κουστωδίας
μάλιστα, γιὰ τὴν ἀσφάλειά του μέν, γιὰ νὰ μὴν πάρουν μυρουδιὰ
οἱ ὑπαίθριοι συνοικισμοὶ δέ.
Γιατί, θεῖε Περικλῆ μου, γιατί δὲ μὲ σκέφτηκες κι ἐμένα λιγουλάκι, Εἰχες
τὸ στόλο καὶ τὴν περικεφαλαία σου ἐσὺ καὶ δὲ λογάριαζες κανέναν. Κι
ὅπως ἤσουν ματσωμένος μὲ τὰ τάλαντα τῆς Δήλου, ζοῦσες τὰ ὡραῖα καὶ τὰ
ὑψηλά σου. Ρωτᾶς ὅμως κι ἐμένα ποὺ τὴν πορεύω μὲ δανεικὰ καὶ μ ̓ ἔχουνε
----