ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

130ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7521 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
48 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Άγνοια — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7521 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 130

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

΄Αγνοια Τὸν εἶδα σ᾿ Αἰγαιοπελαγίτικο νησί, στὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Δεκαπενταύ- γουστου. Εἶδα τοὺς θαλασσινοὺς ἄσπρους κύκνους μὲ τ᾽ ἀκρόπρωρα ὑψω- μένα στὸν ήλιο ποὺ βασίλευε, τὸ ναὸ ποὺ στραγγάλιζε τὸν ἑσπερινό, γιὰ νὰ ὑποδεχτεῖ τὸν ἰσχυρό. Εἶδα τοὺς ζητιάνους νὰ πετοῦν τὶς σκούφιες τους στὸν ἀέρα καὶ τοὺς πιστοὺς τῆς Παρθένου νὰ παραμερίζουν μµουδιασμένοι. Ἤτανε τότε, ποὺ ὅλοι μιλοῦσαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁλώνιζε τοὺς οὐρα- νοὺς καὶ τὶς θάλασσες μ᾽ ἀεροπλᾶνα καὶ βαπόρια. Δικά του ἀεροπλᾶνα καὶ βαπόρια. Ἣ σύζυγός του δήλωνε «ἡ πιὸ εὐτυχισμένη γυναίκα τοῦ κό- σµου», ὁ φοιτητόκοσµος μακάριζε τὸ γιό του ἀναθεματίζοντας τὰ γράμματα κι ἐκεῖνον ποὺ τὰ βρῆκε, δυὸ κορυφαῖοι χρονογράφοι µας ἐπικροτοῦσαν τὰ καμώματά του ὑμνοῦντες τὸν ἄντρα, τὸν ἔξοχο καὶ δυνατό, ποὺ μόνος του ἐδημιούργησε τὴ μοῖρα του, ποὺ μὲ τὸ γερὸ μυαλό του κατέκτησε τὴ ζωὴ καὶ τ᾿ ἀγαθά της, ποὺ δικαιοῦται ν᾿ ἀπολαμβάνει ὅπως αὐτὸς νομίζει. Ξαφ- νικὰ ὅμως ἐπέρχεται ραγδαία ἡ πτώση κι ἀπὸ τὴν εὐτυχία πέφτει στὴ με- γαλύτερη, τὴν πιὸ ἀξιοθρήνητη δυστυχία. Τώρα πιὰ ὅλοι μιλοῦν γιὰ τὴν κατάρα τῶν ᾿Ατρειδῶν' καὶ μὲ κακεντρέχεια: «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θά- νατος». Ποιά ἡ ἁμαρτία ὅμως, ἀγνοοῦν. Διαφορετικὰ δὲ θ᾽ ἄνοιγε κανεὶς τὸ στόμα του. Τὸν εἶδα σ᾽ ἕνα σημαδιακὸ τρίστρατο τῆς “Ἱστορίας. 'Η ᾿Ελλάδα μό- λις ἔχει ἀφήσει πίσω τοὺς Μηδικοὺς πολέμους καὶ ἡ ᾿Αθήνα λάμπει σὰν ἄστρο στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδας. Τὴν κυβερνάει ὁ ᾿Ολύμπιος, ποὺ δη- μιουργεῖ τὸν Χρυσοῦν Αἰῶνα στὴν ᾿ Αθήνα τῶν λίγων δεκαετιῶν μὲ ξένα κόλλυβα, μὰ τὸ καζάνι βράζει, γιὰ νὰ σπάσει τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ 431] καὶ νὰ κατακάψει θλιβεροὺς νικητὰς καὶ ἡττημένους, τόσο θλιβερούς, ὅσο δὲν εἷ- χαν ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας. Καὶ «ἡ ᾿Ελλάδα μιά, πάει καὶ νὰ τὴν κλαῖς». «Η ᾿Ελλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει», σκούζω ἐγὼ μὲ τὸ πεῖσμα τῆς ᾱ- γνοιας στὸ σχολειό, κι ὅταν κάποιος μοῦ πετάει τὴ φράση «δὲ θεωρῶ μεγά- λο τὸν Περικλῆ κι ἔχω τοὺς λόγους µου», μοῦ ἔρχεται νὰ τὸν πνίξω. Σιγὰ- σιγὰ ὅμως ἀνεβαίνουν στὸ φῶς τὰ κούφια καρύδια, οἱ «μεγαλειώδεις πλά- νες» ποὺ μοῦ νερούλιασαν τὸ μυαλό, κι ἀπὸ κοντὰ κάποιες περίεργα περι- θωριακὲς λεπτομέρειες, ποὺ λένε πολλά, ὅπως ἐκείν᾽ ἡ ἱστορία μὲ τὸν ᾿Αρχίδαμο, ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς Πελοποννησίους. Ἔτσι καὶ φτάνει τὸ λοι- πὸν στὴ Μεγαρίδα ὁ συνετὸς αὐτὸς βασιλιᾶς, ἀλαφιάζεται. «Τί στὴν ὀργὴ κάνουµε;!» ἀστράφτει ὁ νοῦς του. Καὶ στὴ στιγμὴ διατάξει τὸ στράτευμα “σημειωτὸν’ καὶ στέλνει τὸ Μελήσιππο τοῦ Διακρίτου στὴν ᾿ Αθήνα μὲ νέες προτάσεις. «Ἔφτυσα», τοῦ λέει, καὶ ἐλπίζει. Φτάνει ἐκεῖνος καταῖ- ὁρωμένος μὲ τὸ στόμα κολλημένο ἀπὸ τὴ δίψα. «Νερό», κατορθώνει νὰ Ψελλίσει. Δὲν προλαβαίνει νὰ πεῖ δεύτερη λέξη, γιατὶ σ᾽ ἕνα νόημα τοῦ Περικλῆ οἱ ᾿Αθηναῖοι τὸν ἐξαποστέλλουν πίσω µπαλλάκι στὴ μέση κου- στωδίας μάλιστα, γιὰ τὴν ἀσφάλειά του μέν, γιὰ νὰ μὴν πάρουν μυρουδιὰ οἱ ὑπαίθριοι συνοικισμοὶ δέ. Γιατί, θεῖε Περικλῆ µου, γιατί δὲ μὲ σκέφτηκες κι ἐμένα λιγουλάκι, Εἰ- χες τὸ στόλο καὶ τὴν περικεφαλαία σου ἐσὺ καὶ δὲ λογάριαζες κανέναν. Κι ὅπως ἤσουν ματσωμένος μὲ τὰ τάλαντα τῆς Δήλου, ζοῦσες τὰ ὡραῖα καὶ τὰ ὑψηλά σου. Ρωτᾶς ὅμως κι ἐμένα ποὺ τὴν πορεύω μὲ δανεικὰ καὶ μ᾽ ἔχουνε ----
← καθαρισμένο κείμενο