ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
130ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Από παρεφθαρμενες ελληνικές λέξεις σχηματίσθηκε το "Τουρκικό" λεξικό — ΓΑΤΣΙΑΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Κ. ΓΑΤΣΙΑΣ
᾿Απὸ παρεφθαρµμένες ἑλληνικὲς λέξεις
σχηματίσθηκε τὸ «Τουρκικὸ» λεξικὸ
Κακοποιῶντας ἑλληνικὲς λέξεις διάφοροι λαοὶ ἔκαναν τὶς «γλῶσσες» τους, ποὺ στὴν
πραγματικότητα εἶναι παρεφθαρµένα ἑλληνικὰ καὶ τίποτ) ἄλλο. Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ρίχνω
μιὰ ματιὰ στὸ Τουρκοελληνικὸ Λεξικὸ «Τύρκτόέε-Ρούμτζα Σεζλὺκ» τοῦ ᾽ Αντωνίου Θεοφυ-
λακτίδου (1960). Σ᾽ αὐτὸ βλέπω:
Τὸ “ρέον᾽ ὕδωρ τὸ λένε οἱ Τοῦρκοι αὈί τεναη. Παρατηρῆστε τὴν λ. ρευἀν- ρέον: Πρό-
σθεσαν ἀνάμεσα στά δυὸ φωνήεντα τὸ δίγαµµα: ρέξον, καὶ µετέθεσαν τὸν τόνο στὴν λή-
γουσα: ρεξόν, ἀλφίζοντας τὸ ὅμικρον: ρεξάν, ρευάν, τεναη, τὸ ρέον. Τὴν ἔννοια «δυνατός,
μέλας» τὴν δίνει μὲ μεταφορικὴ σημασία ἡ δῆθεν τουρκ. λ. αΌαπο72, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πα-
ρὰ ἡ κακοποίησις τῆς ἑλλ. λ. ἔβενος. 'Η ἕλλ. λ. ἄβυσσος γίνεται αδίς (ἀμπὶς) καὶ τὸ ἀγ-
γούρ-ι ἀτζοὺρ (ας ιτ).
“Ὑπάρχουν πλῆθος δῆθεν τουρκικῶν λ. παρµένες ὁλοφάνερα ἀπ᾽ τὰ ἑλληνικὰ π.χ. 8ε-
ΓΟΔΤΟΠΙΞ ἀεροδρόμί{ον), ὅπου ἀπέβαλαν ἁπλῶς τὴν κατάληξη. "Αλλες λέξεις πάλι χρειά-
ζεται νὰ ἐρευνηθοῦν, γιὰ νὰ βρεθῇ ἡ κακοποίησίς τους.
"Ας δοῦμε ὅμως πιὸ συνήθεις περιπτώσεις, ὅπως: ἀφωνίαξ α[οπία, ἀφορισ(μὸς)Ξ αἴοτοΖ
καὶ αἴοτιιΖ. ΄Ο ἀφροδισιακ(ὸς)Ξξ αἰτοαϊαζΖγακ. Μέχρι καὶ «συνθηματικἀ» τῶν ἑλλήνων μιμή-
θηκαν οἱ Τοῦρκοι: "Ως γνωστόν, στὰ ἑλληνικὰ π.χ. γιὰ τὸν κίναιδο χρησιμοποιοῦμε συ-
χνὰ τὴν ἔκφραση «τοιοῦτος». Γιὰ τὸν ἐρώμένο κάποιας λέμε «ὁ αὐτός». Δέστε λοιπὸν τὴν
δῆθεν τουρκ. λ. α[ίοςξ ἐρωμένος, ἀλλὰ καὶ ἐρωμένη (καὶ χυδαία ἔκφραση στὰ «τουρκικά»
«ρίγος αἴίος» ἢ «αἴ ρίγος»ξ αὐτός, ποιός, αὐτὸς δὰ τίς;!). 'Η ἀγνωσίαξ αρηοςἰ, ὁ ἀγνω-
στικισµ(ὸς)Ξξ αρπος!ίςιζπ. ᾿Η ἀγοραφοβί(α)ξ αροΓα[οΡΙ. 'Η ἀγραφί(α)ξ αρτα[β. Ὁ ἡγέ-
(της)Ξξ αβα. Τὸ χταπόδι (ὀκτάπους)Ξξ αΠίαροι, ὁ ἀστὴρς αΠίετ, ἀγ(νὸς)Ξξ ακ, ἀκαδημί(α)ξ α-
Καάεπιί, ἀκακίαξ αΚδᾶδυα, ἁγιώτα)τοςξ αΚάες, ἀκόνιτονΞ ακοη!ί, ἀκροβάτηςξ ακτοῦαι, ᾱ-
χρωµατοψίαξ αΚτοπιαίορ»!, ἀκρόπολιςξ ακτορο!, ἀκροστι(χί)ὶςξ ακτγος!ῖς, ἀξίωμαξ ακείγοπι,
ἀκτίνιονξΞ αΚίίηγωπι, ἀκουστικὸςξ αΚιςιίΚ, (δ)όλ(ος)Ξ αἱ, (φ)λὸξξ αἰαΖ, λεύκωμ(α)Ξ αἶθοπι,
ἀλεξί(α)Ξ αἰεκςί, ἀλφάβη(τον)ξ αἱ{αῦθε, ἀλλοτροπί(α)ξ αἰοϊτορῖί, (δ)ῆμίος)Ξξ αμ, ἀόμμαί(τος)Ξ
αοπια, ἀμαζὼν (ὅπως τ᾽ ἀκοῦτε: απιαΖοη), ἔμβρυονξ απιΌτίοη, ἀμβροσίαξ απιυτορία, ἀμέ-
θυστ(ος)Ξ αππεῖῖδί, ἀμφι(θέατρον)Ξ απῇῃ, ἄμυλονξ απιΙάοη, ἀμνὸςξ απιπίος, ἐμπειρικ(ός)Ξ α-
ΠΙΡΙΤΙΚ, (µ)άνναξ απα, ᾿Ανατολ(ὴ) (ἡ Μικρασία µας)Ξ Απαάο!, Απαάοιμ, δῶροξ αηδίοτγ,
κλειδὶ (ἀνοιχτήρι)Ξ απαΠίατ, ἀνάλυσιςξ απα]1Ζ, ἀναλγησίαξ απα[ε[ί, ἀναλογίαξ απαἰο/!, ᾱ-
νι(κα)νότ(ης)Ξ απαπεῖ, ἀναρχίαξ απαϊςί, ἀναρθρίαξ απαΓἰτΙ, ἄνισον τὸ κοινόν, (γλυκλάνι-
σονΞ αΠᾶςΟΠ, ἀνατομίαξ απαίοπι!, ἀνεμώνηξ απεπἹοη, ἀναισθησίαξ απηοςίε2Ι, ἀνεύρυσμαξ
ΔπενΓίζπια, ἀγγαρείαξ ΔΠΡΑΙΥΔ, ἀνυδρῖτιςξ απἰἀγΙῖ, (Φ)οῖϊνιξξ αηΚα, ἄγκυραξ ΑηκΚατα, ἀγκύ-
λω(ίσις)ξ απηΚΠο7, ἀνωφε(λὴς)Ξ απο[ε, ἀνωμαλίαξ αποπιαΙ, ἀνώνυμ(ος)Ξ αποηίπι, ἄνοδοςΞ
δηοί, ἐγκέφαλ(ος)ξ αηςε[α|, ἐγκυκλοπαίδειαΞ- αηςίκΙοροά!, ᾿Αντιόχειαξ ΑπίαΚΥα, ᾿ Αττά-
λειαξ Απία]γα, ἐντερῖτιςξ αηϊεΓΙ!, ἀντιβιοτικὸνΞ απηιΙΟΙγοιΙΚ, ἀντιδημοκρατικὸςΞξ απἰΙάεπιο-
ΚταιΙκ, ἀντικυκλὼνξ απιΙΚΙΚΙοη, ἀντινομίαξ αΠΙΙΠΟΠΙΙ, ἀντιπάθειαξ απ 1ρ8(1, ἀντιπυρίνηςξ ἃ-
ΠΙΗΡΙΤΙΗ, ἀντίποδ(ες)Ξξ απ{ροί, ἀντισηψίαξ αΠίίςερς!, ἀντίθεσιςξ απΠΙΙεΖ, ἀντιτοξίνηξ απί]-
ἰοΚδιη, ἀνθολογίαξ δηΐοϊο)!, ἀνθρακίτης- δηϊγαςιί, ἀνθρωποειδ(ἠς)ξ απἰτορο!ίᾶ, ἀνθρωπο-
λογίαξ δηίγοροίο!!, ἀνθρωπόμορφοςςξ δηϊγτοροπιοτγί, ἀορτὴξ αοτὶ, ἁρπά(ζω)ξ αραι(πιαΚ), ᾱ-
ποκριὰξ αροΚοΓΥᾶ, ἀποθήκηξ δροίεκ, ἀπόθεμαξ αροίεπ], ἁπτέρυξξ αριετίκς, ἅρμαξ αταῦᾶ,
ἔρευναξ αΓ8ΙΠΠ8, [περιέργως τὸ] πυκνό-μετρο [τὸ λένε] ατεο-πιείτ, ἀργὸν- ἄ{ροη, ἀργοναύ-
τ(ης)Ξ ατροποί, (καθ)αρὸςΞ αγὶ, ἀριστοκράτ(ης)Ξ αγ!ιςσιοΚκταἰ, ἀριθμητικὴςξ αγιίπηεί!ικ, εὐρὺςΞ
ατιΖ, αὖλαξξ αΓΚ, ράχιςξ ἀκα, ἀρχέγονοςξ αΓκεροη, ἀρχαιολόγοςΞξ αΓκεοἰοβ͵, ἀρχαιοπτέ-
ρυξξ αΓΚκεοριετίΚκς, ἁρμονίαξ αΓπιοη!, ἁρμὸςξ αΓπΠΙΟΖ, ἀρσενικὸνς ατςεηίΚ, ἀρχιεπίσκοπ(ος)Ξ
αΓδιΟίςΟΡ, ἀρχεῖον- αἴΦΙΠ, ὅσονς 854, σοφὸςΞξ 85, ἡσυχίαξ αδαγίς, ἀσύγχρονοςξ αδεηΚ{Οη,
ἀσηψία- αςερςὶί, σεµ(νὸς)Ξ αδίπι, ἀσύμπτωτοςς αδΙΠπριοϊι, συμφ(ορὰ)Ξξ αςίρ, ὀξὺξ ας!ι, ἔσω-
τερ(ικὸν ὑπένδυμα)Ξ αδίατ, ἀστέριξ αδίετ, ἄσθμαξ αδίΙπα.