ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

131ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7596 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
59 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Χλωρίδος άνασσα — ΤΑΓΑΡΗΣ, ΑΧΙΛΛΕΥΣ
    ἀρχή: σελ. 7596 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 131

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΑΓΑΡΗΣ Χλωρίδος ἄνασσα Ὅσο πληθαίνουν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς μου, τόσο ἡ μνήμη μου πισωστρατίζει στὰ λαμπερὰ χρόνια τῆς νιότης μου τῆς παιδικῆς. Τότε ποὺ ἀνέμελος ρούφαγα ἐντυπώσεις ἀπ ̓ τὰ γύρω μου μ ̓ ὀρθάνοιχτα μάτια καὶ τεντωμένα αὐτιά. Ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν ἀστραφτερὴ ἐκείνη ἐποχὴ (δεύτερη Ιθετία τοῦ αἰῶνα μας ποὺ σὲ λίγο σβήνει, γέροντας πιὰ κι αὐτὸς) ἴσαμε δυόμιση γενιές. ̓Αλλὰ ὅλα τ ̓ ἀποτυπωμένα στὴν τότε φρέσκια μνήμη μου δὲν σβήνουν μὲ τίποτα. Τὰ θυμᾶμαι ὁλοζώντανα, σὰν νἄγινε ἡ φωτογράφισή τους μόλις πρὶν λίγο. Λίγη ὥρα δρόμο, δυτικὰ τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Ζούρτσας, ἦταν ἡ Μουντρά, ἕνα ἀσήμαντο χωριουδάκι, χτισμένο στὴ κακοτράχαλη πλαγιὰ κάποιου παρακλαδιοῦ τῆς περήφανης Βωνούκας. Πιὸ δῶθε ἀπ ̓ τὴν Μουντρὰ εἴχαμε ἕνα χωραφάκι ποτιστικό, ὡς πέντε στρέμματα. ταν δίπλα σ ̓ ἕνα μουλαρόδρομο καὶ κατηφόριζε σὲ τρία ἱσιώματα. Στὸ ἕνα, πλάι του, ἦταν ἕνας νερόμυλος μὲ τὴν ψηλὴ κρέμασή του, ποὺ στήριζε τὸ μυλοβάρελο, ποὺ μέσα του κατρακύλαγε ὁρμητικὸ τὸ μυλαύλακο ὡς τὴν χούρχουρη. ̓Απ ̓ τ ̓ ἄλλο πλάι, στὸ μεσιανὸ ἴσιωμα, ἠταν μιὰ χοντρόκορμη κοτζαμισιά, μὲ τοὺς σὰν στραγάλια καρπούς της. ̓Ανάμεσα ἦταν μιὰ ἀμπολή, ποὺ ἀνάβλυζε κρυστάλλινο νερὸ κι ἔδινε στὸ χωραφάκι τὴν εὐλογιὰ τοῦ ποτιστικοῦ. Καὶ στὸ πάνω ἴσιωμα ἦταν ἕνας βραχότοπος μὲ μικροὺς σπαρτοὺς βράχους, ποὺ εἶχε καμάρι του μιὰ πελώρια, πανέμορφη βαλανιδιά. Τότε στὸ Δημοτικὸ σχολειὸ μαθαίναμε. ὅτι ἡ βαλανιδιὰ ἦταν «χλωρίδος ἄνασσα». δηλ. ἡ βασίλισσα τοῦ φυτικοῦ βασιλείου ὁλόκληρου. ̓Ενῷ τὸ ζωϊκὸ βασίλειο εἶχε ἄλλο βασιλιᾶ στὴ ξηρά, τὸ λιοντάρι, ἄλλο στὸν ἀέρα, τὸν ἀιτὸ κι ἄλλο στὴ θάλασσα, τὸν καρχαρία. Γι ̓ αὐτή, τὴ μοναδικὴ βασίλισσα ὅλων τῶν φυτῶν (ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν θἄτανε τίποτα ζωντανό), θὰ μιλήσουμε ἐδῶ. Ἢ βαλανιδιά μας ἐκείνη ἦταν ἕνα τεράστιο θαυμαστὸ δέντρο, μὲ μπόι πάνω ἀπὸ τριάντα μέτρα καὶ ἅπλωμα κλαδιῶν, ποὺ σκίαζαν ἕνα μεγάλο ἁλῶνι. ̓Η φυλλωσιά της ἦταν καταπράσινη κι ̓ ἔκρυβε ζηλότυπα, ὥσπου νὰ ὡριμάσουν, ἀμέτρητους καρπούς. "Οταν τοὺς ψήναμε στὴ θρακιά, ἡ Ψίχα τους ἦταν νόστιμη σὰν κάστανο. Γι ̓ αὐτὸ ἦταν καὶ συνηθισμένη τροφὴ τῶν ἀρχαίων ̓Αρκάδων, ποὺ τοὺς ἔλεγαν βαλανοφάγους. Κι ἦταν αὐτοὶ μακρινοί πρόγονοί μας, μιὰ κι ἡ γενέθλιά μου αὐτὴ γῆ, ποὺ πλανιέται τώρα ἡ μνήμη μου, ἦταν γῆ ̓Αρκαδική. Ὅταν ἡ μητέρα μου δούλευε στὸ μικρὸ μποστάνι σὲ μιὰ ἄκρη τοῦ χωραφιοῦ, ἐγὼ ξαπλωνόμουν ἀνάσκελα κατὰ γῆς στὸν ἵσκιο τῆς βαλανιδιᾶς καὶ τὴν θαύμαζα. Τὰ μεγάλα κλαριά τῆς τὰ ταρακουνοῦσε ὁ ἄνεμος, ἐνῶ ἀνάμεσά τους παιχνίδιζαν ἀγριοπούλια, δείχνοντας μὲ τιτιβίσματα τὴν ἀπόλαυσή τους. Καμάρωνα τὴν βασίλισσα τοῦ φυτικοῦ βασιλείου, τὴν γλωρίδος ᾱνασσα, ὅπως μᾶς τὴν δίδαξαν στὸ σχολειό, ποὺ τὸ βράβευα μέσα μου, μιὰ κι εὕρισκα ᾱπόλυτα σωστὴ τὴν ὀνομασία της, ἔτσι ὅπως μᾶς δίδαξε, ποὺ τῆς ταίριαζε ἀσυζήτηγα. Ηταν ὁ μόνος βασιλιᾶς ποὺ γνώρισα μέχρι τότε. Τοὺς ἄλλους τοῦ ζωικοῦ βασιλείου τοὺς εἶδα ζωντανοὺς πολὺ ἀργότερα, ὅπως καὶ βασιλιᾶδες τῶν ἀνθρώπων. Τ ̓ ἀνεμοφυσήματα ξεκλώνιζαν μερικὰ ἀκρινὰ κλαριά της, ποὺ μαζὶ μὲ ὥριμα βαλανίδια ἔπεφταν κατὰ γῆς. Κάποιο ἀπ ̓ αὐτὰ μὲ χτύπησε στὸ κούτελο. Τότε βρέθηκε ἡ μάνα μου δίπλα κρατώντας ἕνα τεράστιο καρπούζι καὶ μὲ σκούντησε, γιὰ νὰ σηκωθῶ νὰ φύγουμε. Βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ τὴν ρωτήσω: «Δὲν εἶναι κρῖμα, μάνα, τόσο γιγάντιο δέντρο νὰ κάνῃ τόσο μικροὺς καρπούς, κι ̓ ἡ ταπεινή, κολλημένη στὸ χῶμα καρπουζιά, νὰ κάνῃ τόσο θεριακωμένους;» Μ ̓ ἀπάντησε: «'Ο πάνσοφος Θεὸς ἤξερε τί ἔκανε. ̓Αν τὰ βαλανίδια ἦταν σὰν καρπούζια, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ βαστάζουν οἱ κλάρες τοῦ δένδρου, καὶ θὰ ξεκλωνιάζονταν μαζὶ μ ̓ ἐκεῖνα. Κι ̓ ἂν τότε ἤσουν κι ̓ ἐσὺ ἀπὸ κάτω καὶ σὲ πετύχαινε κάποιος καρπούζαρος στὸ κεφάλι, ὅπως πρὶν σὲ πέτυχε τὸ βαλανίδι, θὰ στῶσπαγε. Ὥστε ̓ ̓Ε-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →