ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
131ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Χλωρίδος άνασσα — ΤΑΓΑΡΗΣ, ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΤΟΥ «Δ»
Ὅσο πληθαίνουν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς
µου, τόσο ἡ μνήμη µου πισωστρατίζει στὰ
λαμπερὰ χρόνια τῆς νιότης µου τῆς παιδι-
κῆς. Τότε ποὺ ἀνέμελος ρούφαγα ἐντυπώ-
σεις ἀπ᾿ τὰ γύρω µου μ᾽ ὀρθάνοιχτα μάτια
καὶ τεντωμένα αὐτιά. Ἔχουν περάσει ἀπὸ
τὴν ἀστραφτερὴ ἐκείνη ἐποχὴ (δεύτερη
Ιθετία τοῦ αἰῶνα µας ποὺ σὲ λίγο σβήνει,
γέροντας πιὰ κι αὐτὸς) ἴσαμε δυόµιση γε-
νιές. ᾿Αλλὰ ὅλα τ᾽ ἀποτυπωμένα στὴν τότε
φρέσκια μνήμη µου δὲν σβήνουν μὲ τίποτα.
Τὰ θυμᾶμαι ὁλοζώντανα, σὰν νἄγινε ἡ φω-
τογράφισή τους μόλις πρὶν λίγο.
Λίγη ὥρα δρόµο, δυτικὰ τοῦ χωριοῦ
μου, τῆς Ζούρτσας, ἦταν ἡ Μουντρά, ἕνα ἀ-
σήμαντο χωριουδάκι, χτισμένο στὴ κακο-
τράχαλη πλαγιὰ κάποιου παρακλαδιοῦ τῆς
περήφανης Βωνούκας. Πιὸ δῶθε ἀπ᾿ τὴν
Μουντρὰ εἴχαμε ἕνα χωραφάκι ποτιστικό,
ὡς πέντε στρέμματα. ταν δίπλα σ᾽ ἕνα
μουλαρόδρομο καὶ κατηφόριζε σὲ τρία ἱ-
σιώματα. Στὸ ἕνα, πλάι του, ἦταν ἕνας νερό-
μυλος μὲ τὴν ψηλὴ κρέμασή του, ποὺ στή-
ριζε τὸ μυλοβάρελο, ποὺ μέσα του κατρακύ-
λαγε ὁρμητικὸ τὸ μυλαύλακο ὡς τὴν χούρ-
χουρη. ᾿Απ᾽ τ᾽ ἄλλο πλάι, στὸ μεσιανὸ ἴ-
σιωµα, ἠταν μιὰ χοντρόκορμη κοτζαμισιά,
μὲ τοὺς σὰν στραγάλια καρπούς της. ᾿Ανά-
μεσα ἦταν μιὰ ἀμπολή, ποὺ ἀνάβλυζε κρυ-
στάλλινο νερὸ κι ἔδινε στὸ χωραφάκι τὴν
εὐλογιὰ τοῦ ποτιστικοῦ. Καὶ στὸ πάνω ἴ-
σιωμα ἦταν ἕνας βραχότοπος μὲ μικροὺς
σπαρτοὺς βράχους, ποὺ εἶχε καμάρι του
μιὰ πελώρια, πανέμορφη βαλανιδιά.
Τότε στὸ Δημοτικὸ σχολειὸ μαθαίναμε.
ὅτι ἡ βαλανιδιὰ ἦταν «χλωρίδος ἄνασσα».
δηλ. ἡ βασίλισσα τοῦ φυτικοῦ βασιλείου ὁ-
λόκληρου. ᾿Ενῷ τὸ ζωϊκὸ βασίλειο εἶχε
ἄλλο βασιλιᾶ στὴ ξηρά, τὸ λιοντάρι, ἄλλο
στὸν ἀέρα, τὸν ἀιτὸ κι ἄλλο στὴ θάλασσα,
τὸν καρχαρία. Γι᾿ αὐτή, τὴ μοναδικὴ βα-
σίλισσα ὅλων τῶν φυτῶν (ποὺ χωρὶς αὐτὰ
δὲν θἄτανε τίποτα ζωντανό), θὰ μιλήσουμε
ἐδῶ.
Ἢ βαλανιδιά μας ἐκείνη ἦταν ἕνα τερά-
στιο θαυμαστὸ δέντρο, μὲ μπόι πάνω ἀπὸ
τριάντα μέτρα καὶ ἅπλωμα κλαδιῶν, ποὺ
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΑΓΑΡΗΣ
Χλωρίδος ἄνασσα
σκίαζαν ἕνα µεγάλο ἁλῶνι. ᾿Η φυλλωσιά
της ἦταν καταπράσινη κι᾽ ἔκρυβε ζηλότυ-
πα, ὥσπου νὰ ὡριμάσουν, ἀμέτρητους καρ-
πούς. "Οταν τοὺς ψήναμε στὴ θρακιά, ἡ
Ψίχα τους ἦταν νόστιμη σὰν κάστανο. Γι᾿
αὐτὸ ἦταν καὶ συνηθισμένη τροφὴ τῶν ἀρ-
χαίων ᾿Αρκάδων, ποὺ τοὺς ἔλεγαν βαλα-
νοφάγους. Κι ἦταν αὐτοὶ μακρινοί πρόγο-
νοί µας, μιὰ κι ἡ γενέθλιά µου αὐτὴ γῆ, ποὺ
πλανιέται τώρα ἡ μνήμη µου, ἦταν γῆ
᾿Αρκαδική.
Ὅταν ἡ μητέρα µου δούλευε στὸ μικρὸ
μποστάνι σὲ μιὰ ἄκρη τοῦ χωραφιοῦ, ἐγὼ
ξαπλωνόμουν ἀνάσκελα κατὰ γῆς στὸν ἵ-
σκιο τῆς βαλανιδιᾶς καὶ τὴν θαύμαζα. Τὰ
μεγάλα κλαριά τῆς τὰ ταρακουνοῦσε ὁ ἄ-
νεμος, ἐνῶ ἀνάμεσά τους παιχνίδιζαν ἀ-
γριοπούλια, δείχνοντας μὲ τιτιβίσματα τὴν
ἀπόλαυσή τους. Καμάρωνα τὴν βασίλισσα
τοῦ φυτικοῦ βασιλείου, τὴν γλωρίδος ᾱ-
νασσα, ὅπως μᾶς τὴν δίδαξαν στὸ σχολειό,
ποὺ τὸ βράβευα µέσα µου, μιὰ κι εὕρισκα ᾱ-
πόλυτα σωστὴ τὴν ὀνομασία της, ἔτσι ὅ-
πως μᾶς δίδαξε, ποὺ τῆς ταίριαζε ἀσυζήτη-
γα. Ηταν ὁ μόνος βασιλιᾶς ποὺ γνώρισα
μέχρι τότε. Τοὺς ἄλλους τοῦ ζωικοῦ βασι-
λείου τοὺς εἶδα ζωντανοὺς πολὺ ἀργότερα,
ὅπως καὶ βασιλιᾶδες τῶν ἀνθρώπων.
Τ᾽ ἀνεμοφυσήματα ξεκλώνιζαν μερικὰ
ἀκρινὰ κλαριά της, ποὺ μαζὶ μὲ ὥριμα βα-
λανίδια ἔπεφταν κατὰ γῆς. Κάποιο ἀπ᾽ αὐ-
τὰ μὲ χτύπησε στὸ κούτελο. Τότε βρέθηκε
ἡ μάνα μου δίπλα κρατώντας ἕνα τεράστιο
καρπούζι καὶ μὲ σκούντησε, γιὰ νὰ σηκω-
θῶ νὰ φύγουμε. Βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ τὴν
ρωτήσω: «Δὲν εἶναι κρῖμα, μάνα, τόσο γιγά-
ντιο δέντρο νὰ κάνῃ τόσο μικροὺς καρ-
πούς, κι᾿ ἡ ταπεινή, κολλημένη στὸ χῶμα
καρπουζιά, νὰ κάνῃ τόσο θεριακωμένους;»
Μ᾽ ἀπάντησε: «'Ο πάνσοφος Θεὸς ἤξερε
τί ἔκανε. ᾿Αν τὰ βαλανίδια ἦταν σὰν καρ-
πούζια, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ βαστάζουν
οἱ κλάρες τοῦ δένδρου, καὶ θὰ ξεκλωνιάζο-
νταν μαζὶ μ᾽ ἐκεῖνα. Κι᾽ ἂν τότε ἤσουν κι᾽
ἐσὺ ἀπὸ κάτω καὶ σὲ πετύχαινε κάποιος
καρπούζαρος στὸ κεφάλι, ὅπως πρὶν σὲ πέ-
τυχε τὸ βαλανίδι, θὰ στῶσπαγε. Ὥστε ᾿᾽Ε-