ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
132ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Έτσι άρχισε η πάλη — ΜΠΟΣΙΝΑΚΗΣ, Δ.
Κείμενο φύλλου
ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΔΗΓΗΜΑ ΤΟΥ
-υ--ᾱ
ΔΗΜ. ΜΗΠΟΣΙΝΑΚΗΣ
Ἔτσι ἄρχισε ἡ πάλη
Κάπου πεντακόσια μέτρα ἀπὸ τὴν πλατεῖα
τοῦ Σταθμοῦ, πρὸς τὸ Μαρούσι, ἀρχίζει
ἡ ὁδὸς ̓Ανατολῆς. ̓Εκεῖ, στὴν ἀρχὴ
τῆς σχεδόν, εἶναι τὸ καφενεδάκι τοῦ Μάρκου
Μπούρλου, ἑνὸς καλωσυνάτου σκυριανοῦ,
ποὺ προσφέρει, ἐκτὸς ἀπὸ καφέ,
καὶ ποτὸ μὲ μεζέ. Τὸ χειμῶνα τίλιο, χαμομήλι
καὶ ἄλλα μαντζούνια. Ξεφτίζουν σιγὰσιγὰ
κι ̓ αὐτὰ τὰ μαγαζιά, ποὺ παίρνεις κάτι
καὶ κουβεντιάζεις ἄνετα. Πελατεία ἡ
γνωστή. Λὲς αὐτὸ ποὺ σοὔρχεται ὥς τὰ
χείλη, σοῦ περνάει, ἀνακουφίζεσαι. ὦ
Μᾶρκος ὀνόμασε τὸ μαγαζί του «Καφενεῖον
τὸ ̓Ονειροπωλεῖον».
Τὶς προάλλες εἶχεν ἀνάψει γιὰ καλὰ ἡ
κουβέντα γιὰ τὶς ἀπεργίες. 'Ο μαστρο-Λευτέρης,
παλιὸς τορναδόρος, καθότανε στὴ
γωνιά του, πάντα μὲ παρέα. Θέλουνε νὰ τὸν
ἀκοῦνε νὰ μιλάει, εἶναι εὐχάριστος. Εἶχαν
ἀρχίσει οἱ ψύχρες, ἔπιναν τὴν τσικουδιά
τους. Μιὰ παρέα πιὸ πέρα μιλοῦσεν ἔντονα
γιὰ τοὺς ἀπεργιακοὺς ἀγῶνες, ποὺ πρέπει
νὰ κάνουν. 'Ο μαστρο-Λευτέρης ἄκουγε
κλεφτὰ κάπου-κάπου. “Ἕνας νιούτσικος,
πιὸ νευρικὸς ἀπ ̓ τοὺς ἄλλους, φώναζε: «Η
πάλη πρέπει νὰ συνεχιστεῖ. Εἶναι πάλη τοῦ
κλάδου μας, τῆς τάξης μας. Τὸ καταλάβατε;
Τί γίνεται μὲ τὶς ὑπερωρίες;». 'Ο μαστρο-Λευτέρης
μειδίασεν ἐλαφρά, χαϊδεύοντας
τὸ μουστάκι του.
--ο Γιατὶ γελᾶς, μάστορα; Δὲ συμφωνεῖς;
τὸν ρώτησεν ἕνας ἀπ ̓ τὴν παρέα του.
- Ἔχ, ὄχι, ἡ δική μας πάλη δὲν ἄρχισεν
ἔτσι. ταν ἀλλοιώτικη, διαφορετική,
καὶ γι ̓ αὐτὸ πάντα τὴ θυμᾶμαι... εἶπε, τονίζοντας
τὶς λέξεις του καὶ σὰν νὰ ἔφερνε
στὸ μυαλό του τὰ παλιά.
-- Αμ, πῶς ἤτανε; τὸν ρώτησεν ἕνας
ἄλλος.
---Μπορεῖ σ ̓ ἄλλους, σ ̓ ἄλλα μέρη, νάταν
διαφορετικὰ κι ̓ ἡ δική μου ἱστορία νὰ
σᾶς φανεῖ παράξενη... τόνιζεν ἤρεμα τὶς λέξεις
ὁ μαστρο-Λευτέρης... Σὲ μᾶς ἦταν πιὸ
δύσκολα τὰ χρόνια. ταν λίγο πρὶν ἀπ ̓
τὸν πόλεμο. Τὰ σύννεφα στὸν οὐρανὸ ὅλο
καὶ πύκνωναν. ̓Ανησυχίες, φασαρίες. Καὶ
στὸν τόπο μας τὰ πράματα ἦταν σκοῦρα.
Δὲν ξέραμε τὶ θὰ φέρει ἡ ἑπόμενη μέρα.
Τὴν "Ἑταιρεία τὴν εἶχαν δικοί μας, ντόπιοι.
Μᾶς λέγανε, πὼς δὲν πήγαινε καὶ καλά,
πὼς δὲν μπορούσαμε ν ̓ ἀνοίξουμε ἄλλους
φυρέδες, νὰ μεγαλώσουμε. Μᾶς ἔλεγαν
ἀκόμη πὼς παρουσιάστηκαν ξένοι, πρόθυμοι
ν ̓ αὐξήσουν τὸ μετοχικὸ κεφάλαιο
τῆς ̓ Εταιρείας. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦταν ἁπλό,
ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ δείξουμε ἔργο, νὰ αὐξήσουμε
σημαντικὰ τὴν παραγωγή. Ἤξεραν,
πὼς μποροῦσε νὰ γίνει. Τὸ χωριό μας ἐκεῖ
κάτω στὴν Κορώνη κρύβει θησαυρὸ στὴ
γῆ του.
Καὶ τότες ἦταν ποὺ πρωτομπῆκαν οἱ ὑπερωρίες.
Στὴν ἀρχὴ μᾶς εἶπαν, ὅποιος θέλει,
ὕστερα ὅμως τὶς ὑπερωρίες τὶς κανόνιζεν
ἡ "Ὑπηρεσία. Βασικὰ ἔπιανε αὐτοὺς
ποὺ δούλευαν στοὺς φυρέδες, τὶς ὑπόγειες
γαλαρίες, καὶ στὴ Διαλογή. Τοὺς ἄλλους
λιγότερο, δὲν τοὺς εἶχαν καὶ πολὺ ἀνάγκη.
Αὐτὸ ἄρεσε σὲ πολλούς, στοὺς περισσότερους,
γιατὶ παίρναμε ἀρκετὰ λεφτά, λιμασμένοι
καθὼς ἤμασταν, τῆς ἀνάγκης ἄνθρωποι.
"Ὅμως ἔμπαινες στὸ ἔργο στὶς 7 τὸ
πραί κι ἔβγαινες στὶς 7 τὸ βράδυ. Κι ̓ αὐτὸ
ἦταν πολὺ βαρύ, ἰδιαίτερα γι ̓ αὐτούς ποὺ
δούλευαν στοὺς φυρέδες. ̓Αλλὰ τὰ πράγματα
πήγαιναν καλά. Μπορεῖ νὰ ὑπῆρχε, ᾱριὰ
καὶ ποῦ, καμμιὰ διαμαρτυρία, κυρίως
τὰ βράδυα, ἀπὸ τὴ μεγάλη κούραση κι ὅταν
ἐρχόταν ἡ μέρα τῆς πληρωμῆς ὅμως πέρναγε,
ὅλοι ἦταν βολεμένοι.
Κι ἄκου πῶς ἄρχισε σὲ μᾶς τότε ἡ πάλη:
Ἂν δὲν κάνω λάθος, οἱ Γερμανοὶ εἶχαν
χτυπήσει τὴν Πολωνία. Τὰ πράγματα προμηνύονταν
δύσκολα. Φαινόντουσαν τὰ
σύννεφα στὸν οὐρανό, ὅπως σοῦ εἶπα, πιὸ
βαριὰ καὶ ἀπειλοῦσαν βροχή, ὄχι βροχή,
χαλάζι.
'Ο Μανώλης, ἕνα συγχωριανάκι μου,
εἶχε τελειώσει τὸ Γυμνάσιο τῆς Καλαμάτας.
Διάβαζε πολύ, ἦταν καλὸς μαθητής,
λιγάκι ὀνειροπαρμένος. Γράφτηκε στὸ