ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
134ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ελληνικές πέτρες — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
Ἡ ὑλρονκι αἱ
̓Ελληνικὲς πέτρες
Μέχρι τὸ συναπάντημα μὲ τὴν πέτρα τῆς ̓Ελευσίνας δὲν ἤξερα “ἴστορία,
καὶ δὲν ξέρω ἀκόμα. Ηταν, ὅτι βαρυόμουνα στὸ σχολεῖο --- μετὰ ἠρθαν
ἄλλα μπερδέματα. Μάχες καὶ νίκες καὶ ήττες καὶ τοὔμπαλιν, πονοκέφαλος
κι ἀνεμοζάλη γιὰ μένα, ποὺ δὲν ἤθελα παρὰ μονάχα τὴν ἡσυχία μου.
Θρίαμβοι καὶ φανφάρες, ἀσυγκράτητοι κι ἀσυμμάζευτοι παλληκαρᾶδες-μεκελλάρηδες,
ποὺ κάποιοι ἄγνωστοί μου «νονοὶ» εἶχαν βαφτίσει «μεγάλους».
Καὶ «ἅγιοι» στρατιὲς ὁλόκληρες. Βούλιαζα κάτω ἀπὸ δυνάμεις καὶ ὑπερδυνάμεις.
Τάγματα, συντάγματα, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια,
πτερωτά. Ταινία τρόμου ἐπιστημονικῆς φαντασίας, Κάναμε καὶ Ὅμηρο --μιάμισυ
σελίδα τὴ χρονιὰ -- ποὺ μᾶς εἴχε ταράξει στὸ συντακτικό. ̓Αλλος
μπελᾶς κι αὐτός. ̓Αρμένιζε τὴν ἀπολίτιστη γῆ τῆς ̓Ιωνίας, ξεγελῶντας
τὴν πείνα του μὲ ἀκρίδες κι ἄγριο μέλι, ὥσπου κάποια μέρα μᾶς ἔφεξε.
Κάτι κάργα πολιτισμένοι ἔμποροι ἀπὸ τὴ Φοινίκη τοῦ ἔμαθαν νὰ γράφει
στὴν πλάκα «βοῦ καὶ ἃ βά», ἐπῆρε φόρα καὶ μᾶς ξεπέταξε στὰ γρήγορα
«Ιλιάδα», « ̓ Οδύσσεια» καὶ στίχους σὰν αὐτούς: « ̓Η καὶ κυανέῃσιν ἐπ ̓ ὁφρύσι
νεῦσε Κρονίων. / ἀμβρόσιαι δ ̓ ἄρα χαῖται ἐπερρώσαντο ἄνακτος /
κρατὸς ἐπ ̓ ἀθανάτοιο" μέγαν δ ̓ ἐλέλιξεν "Ολυμπον». Εἴχαμε προγόνους
βαρβάτους. Πῶς βγήκαμ ̓ ἔτσι ἐμεῖς καὶ πῶς δὲν ἔχουμε ἀκόμα τρελλαθεῖ
ὅλοι, πάλι καλά. «Στῆς λιμνοθάλασσας τὰ κρυόνερα τὰ σάπια», στὸ πενιχρὸ
τοπίο, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἔρωτας ἤπιε κρασὶ μὲ τὸ θάνατο στὴ λευτεριὰ τοῦ
ἀνθρώπου, προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβει
ὁ Μπάυρον. «Τὰ μυστήρια τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας», εἶπε ὁ φίλος ποὺ
διάβασε τὶς σκέψεις μου. «Καὶ τώρα τὸ Μεσολόγγι εἶναι πόλη. Μπορεῖς νὰ
φανταστεῖς τί ἦταν τότε;».
Στὴ γῆ τῆς ̓Ελευσίνας, βρέθηκα μὲ ...σκασιαρχεῖο. Γνωρίζετε δὰ τὸ
παραμυθάκι μὲ τὸ λύκο, ποὺ παριστάνει τὴν καλὴ γιαγιάκα. Εἶναι ἱκανὸς
νὰ σᾶς ἐγκλωβίσει σ ̓ ἕναν παραμυθόκοσμο, ποὺ δὲν ἀποδεχτήκατε ποτέ.
Παραμύθια: πολλὰ παραμύθια. Τὰ ρεποθέμελα τοῦ ναοῦ ἀγνώριστα, ἐγκλωβισμένα
κι αὐτὰ στὴ βαρβαρότητα, σιωποῦσαν. Οἱ καμινάδες ἔβρεχαν
θάνατο. Δύο νέοι, ποὺ κατέβαιναν στὴν ὑπόγεια στοά, ξάφνιασαν τὸ τοπίο
μὲ τὸ παράταιρο γέλιο τους. «Ἔ ρὲ μανούλα μου, καὶ τί γινόταν ἐδῶ κάτω...».
Σήμανε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας --- ἤἦχοι ξένοι, μετεωρίστηκαν σὲ
κάποιο ὕψος κι ἔσβησαν, χωρὶς ν ̓ ἀφήσουν πίσω τους ἴχνη. 'Ο μαγνητισμὸς
αὐτῆς τῆς γῆς μ ̓ ἔρριξε πάνω στὴν πέτρα -- ἕνα λαβωμένο σπόνδυλο.
Ξέφραγο ἀμπέλι, διάτρητη, ἀνάμεσα στὰ ρέπια μιᾶς ἀρχοντιᾶς ἀνήμπορης,
καθηλωμένης στὸ ξύλο τοῦ χρόνου, ἐκτεθειμένης στὸ διασυρμὸ
καὶ τοὺς καγχασμοὺς δύο χιλιετιῶν, ἀπόθεσα τὶς ἀπαλάμες ἐπάνω του καὶ
πῆρα τὴν πρώτη ἀνάσα. Τὰ χέρια μου περπάτησαν γύρω του, τὸν ρωτοῦ-
- »