ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

134ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7803 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Αγωνία — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 7803 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 134

Κείμενο φύλλου

ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΜΗΓΗΜΑ ΤΟΥ δΔανλον Δὲν ἔλεγε νά ̓ρθει ἡ λησμονιά. Μοῦ ήταν ἀδύνατο νὰ ξεχάσω τὴν ἀδελφή μου τὴ Χριστῖνα, καλοπαντρεμμένη στὸ Παρίσι κι ̓ ὕστερα ἀναπάντεχα χαμένη: ἐξαφανισμένη κι ̓ αὐτὴ κι ̓ ὁ ἄντρας της ὁ Γάλλος ὁ Πιέρ, ποὺ δούλευε μηχανικὸς στὴ Φαουνταίησιον. Τὴν πῆρε κι ἔφυγαν μιὰ Πρωτοχρονιὰ πρὶν δέκα χρόνια, ὅταν ἔληξε ἡ σύμβασή του μὲ τὴν ἑταιρία. ̓Εγκαταστάθηκαν στὸ κέντρο τοῦ Παρισιοῦ, κοντὰ στὴν πασίγνωστη "Οπερα, σὲ μιὰ πάροδο τῆς Λαφαγιέτ. Πότε πήγαινα ἐγὼ στὸ Παρίσι, κανένα καλοκαίρι ἔρχονταν αὐτοὶ νὰ περάσουν λίγες μέρες στὶς ζεστὲς θάλασσες. Κι ̓ ὕστερα ἀδόκητα, ἀκριβῶς πρὶν ᾱπὸ τρία χρόνια, χάθηκαν τὰ ἴχνη καὶ τῶν δυό, παιδιὰ δὲν εἶχαν κι ̓ οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀντρός της, ἄσχετοι, παρατημένοι σὲ μιὰ ἐπαρχία, δὲ φάνηκαν νὰ θέλουν ν ̓ ἀσχοληθοῦν μ ̓ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Στὴν ἀρχή, ὅταν σταμάτησαν ἀπότομα τὰ τηλεφωνήματα κι εἴδηση δὲν εἶχα καμμία, πῆρα τὸ ἀεροπλᾶνο καὶ πῆγα στὸ Παρίσι. 'Η θυρωρὸς τοῦ σπιτιοῦ ποὺ ἔμεναν μοῦ εἶπε πὼς εἶχαν μετακομίσει, ἄκουσε πὼς εἶχαν βρεῖ ἕνα καλὸ διαμέρισμα σ ̓ ἕνα προάστιο, στὴ Βίλλ ντ’ Αβραί. Δὲν ἤξερε τὴ διεύθυνση κι ̓ ἐξάλλου, εἶπε, δὲν τὴν ἐνδιέφερε νὰ μάθει ποῦ ἀκριβῶς θὰ ἔμεναν. Συνέχισε νὰ λέει, πὼς ὅποιος ἔχει λεφτὰ φεύγει ἀπ ̓ τὸ κέντρο τοῦ Παρισιοῦ, σὲ λίγο ἐκεῖ θὰ βρίσκονταν μόνο οἱ θυρωροί, οἱ ἀράπηδες, οἱ μαῦροι καὶ τὰ ποντίκια. Πῆγα σ ̓ αὐτὸ τὸ προάστιο, ἔφαγα τὸν κόσμο, γύρισα ὅλους τοὺς δρόμους, δὲν ᾱφησα ἄνθρωπο νὰ μὴν τὸν ρωτήσω, κανένας δὲν ἤξερε κάποιον μὲ τὸ ὄνομα τοῦ γαμπροῦ μου, κανένας δὲ θυμόταν νὰ ̓χε δεῖ κάπου μιὰ ὄμορφη γυναίκα, μελαχροινή, σπαθάτη, μὲ μεγάλα καστανὰ μάτια... Περνοῦσε ὁ καιρός, τίποτε δὲ γινόταν, ἡ στενοχώρια μου γύριζε στὴν ἀπελπισία. Δυὸ-τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο, ὅποτε εἶχα εὖκαιρία, πήγαινα στὸ Παρίσι, ἔψαχνα καὶ ξανάψαχνα στοὺς δρόμους τῆς ̓Αβραί, πῆγα καὶ στὶς γειτονικὲς Βερσαλλίες. Τίποτε. Λὲς κι ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κατάπιε καὶ τοὺς δυό. οσο ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ "Αγωνία ”Αρχισα νὰ βυθίζομαι σ ̓ ἕνα σκοτάδι, σὲ μιὰ ὁλοσκότεινη νύχτα. Αὐτὴν τὴν κατάσταση δὲν μποροῦσα νὰ τὴν ἀνεχτῶ, μ ̓ ἔτρωγε τὸ σαράκι, οἱ δικοί μου μὲ πίεζαν νὰ τὰ παρατήσω, φοβόνταν γιὰ τὴν ὑγεία μου. ̓Αλλὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ πιστέψω, πὼς ἔτσι στὰ καλὰ καθούμενα ἐξαφανίζονται δυὸ ἄνθρωποι χωρὶς ν ̓ ἀφήσουν ἴχνος. Κι ̓ ἡ ̓Αστυνομία νὰ μὴν ἔχει ἰδέα κι ̓ οἱ πολιτσμάνοι τῶν τμημάτων νὰ συμπληρώνουν μόνο χαρτιὰ κι ̓ ἀπὸ ̓κεῖ καὶ πέρα νὰ μὴν ἔχουν τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον. Γύριζα ̓'δῶ κι ̓ ἐκεῖ, ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμος, σὰ νὰ μέ ̓πνιγε σιγἀὰ-σιγὰ ἡ ἀνεμελιὰ τοῦ κόσμου κι ̓ ἡ ἀδικία του. Πολὺ ἀγαποῦσα αὐτὴ τὴ μοναδικὴ ἀδερφή μου, τὴν αἰσθανόμουν καταδική μου, αἷμα μου, αὐτὸ τὸ ἀπρόβλεπτο ἀναποδογύριζε ὁλόκληρη τὴ ζωή μου. "Ἠταν μιὰ ζεστὴ αὐγουστιάτικη μέρα, τὴν τελευταία φορὰ ποὺ πῆγα στὸ Παρίσι. Σκέφθηκα νὰ ξαναπεράσω ἀπ ̓ τὴν πάροδο τῆς Λαφαγιέτ, ὅπου ἦταν ἡ πρώτη κατοικία τῆς Χριστίνας, καὶ πῆγα τὸ ἴδιο ἀπόγευμα. Μεγάλη φασαρία στὴ λεωφόρο, πλῆθος καὶ πολλὰ τροχοφόρα γύρω ἀπ ̓ τὰ πολυκαταστήματα, μόλις ὅμως ἔστριψα στὴν πάροδο, ὅλα ἡσύχασαν, οἱ ἄσπροι, οἱ μαῦροι, οἱ κίτρινοι δὲν εἶχαν δουλειὰ ἐδῶ, ξαφνικὰ ἔμεινα μόνος μὲ τὴν ἀγωνία μου. Πάλι ἄπραγος, στάθηκα σὲ μία γωνιὰ παρατηρώντας τὸ παλιόσπιτο καὶ τὴν ἐξώπορτά του, ποὺ ἡ Χριστῖνα τόσες φορὲς θὰ εἶχε περάσει. Ἔκανα μερικὰ βήματα κι ὕστερα ἔπιανα πάλι τὴ γωνιά μου. Σὰν νὰ μὴ μποροῦσα τίποτ ̓ ἄλλο νὰ σκεφτῶ. "Αρχισε νὰ βραδυάζει, ἡ ὑγρὴ παριζιάνικη κουφόβραση μοῦ ̓φερνε μιὰ ἀδιαθεσία κι ̓ ἕνα μούδιασμα σ ̓ ὅλο μου τὸ κορμί. Τέλος σὲ μιὰ στιγμὴ εἶδα ν ̓ ἀνοίγει ἡ ἐξώπορτα κι ̓ ἀνάμεσα στὶς σκιὲς καὶ στὶς σιωπές τῆς εἶδα στὸ κατώφλι νὰ προβάλλει διστακτικὰ ἡ γριὰ θυρωρῖνα. Μὲ κύτταξε καλὰ κι ̓ ὕστερα μοῦ ̓κανε νόημα νὰ πλησιάσω. Φαίνεται πὼς ἀπὸ κάποια τρύπα μὲ παρατηροῦσε ἀπὸ ὥρα, οἱ θυρωρῖνες τοῦ Παρισιοῦ εἶχαν ἀπ ̓ τὸν καιρὸ τῆς ̓Επανά-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →