ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
134ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αγωνία — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΜΗΓΗΜΑ ΤΟΥ
δΔανλον
Δὲν ἔλεγε νά ᾽ρθει ἡ λησµονιά. Μοῦ ή-
ταν ἀδύνατο νὰ ξεχάσω τὴν ἀδελφή µου τὴ
Χριστῖνα, καλοπαντρεμμένη στὸ Παρίσι
κι᾿ ὕστερα ἀναπάντεχα χαμένη: ἐξαφανι-
σµένη κι᾽ αὐτὴ κι᾿ ὁ ἄντρας της ὁ Γάλλος
ὁ Πιέρ, ποὺ δούλευε μηχανικὸς στὴ Φαου-
νταίησιον. Τὴν πῆρε κι ἔφυγαν μιὰ Πρω-
τοχρονιὰ πρὶν δέκα χρόνια, ὅταν ἔληξε ἡ
σύμβασή του μὲ τὴν ἑταιρία. ᾿Εγκαταστά-
θηκαν στὸ κέντρο τοῦ Παρισιοῦ, κοντὰ
στὴν πασίγνωστη "Οπερα, σὲ μιὰ πάροδο
τῆς Λαφαγιέτ. Πότε πήγαινα ἐγὼ στὸ Πα-
ρίσι, κανένα καλοκαίρι ἔρχονταν αὐτοὶ νὰ
περάσουν λίγες μέρες στὶς ζεστὲς θάλασ-
σες. Κι᾿ ὕστερα ἀδόκητα, ἀκριβῶς πρὶν ᾱ-
πὸ τρία χρόνια, χάθηκαν τὰ ἴχνη καὶ τῶν
δυό, παιδιὰ δὲν εἶχαν κι᾿ οἱ συγγενεῖς τοῦ
ἀντρός της, ἄσχετοι, παρατημένοι σὲ μιὰ ἐ-
παρχία, δὲ φάνηκαν νὰ θέλουν ν᾿ ἀσχολη-
θοῦν μ᾽ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
Στὴν ἀρχή, ὅταν σταμάτησαν ἀπότομα
τὰ τηλεφωνήματα κι εἴδηση δὲν εἶχα
καμμία, πῆρα τὸ ἀεροπλᾶνο καὶ πῆγα στὸ
Παρίσι. 'Η θυρωρὸς τοῦ σπιτιοῦ ποὺ ἔμε-
ναν μοῦ εἶπε πὼς εἶχαν μετακομίσει, ἄκου-
σε πὼς εἶχαν βρεῖ ἕνα καλὸ διαμέρισμα σ᾽
ἕνα προάστιο, στὴ Βίλλ ντ’ Αβραί. Δὲν ἤ-
ξερε τὴ διεύθυνση κι᾿ ἐξάλλου, εἶπε, δὲν
τὴν ἐνδιέφερε νὰ μάθει ποῦ ἀκριβῶς θὰ ἔ-
μεναν. Συνέχισε νὰ λέει, πὼς ὅποιος ἔχει
λεφτὰ φεύγει ἀπ᾿ τὸ κέντρο τοῦ Παρισιοῦ,
σὲ λίγο ἐκεῖ θὰ βρίσκονταν μόνο οἱ θυρω-
ροί, οἱ ἀράπηδες, οἱ μαῦροι καὶ τὰ ποντί-
κια. Πῆγα σ᾽ αὐτὸ τὸ προάστιο, ἔφαγα τὸν
κόσµο, γύρισα ὅλους τοὺς δρόμους, δὲν ᾱ-
φησα ἄνθρωπο νὰ μὴν τὸν ρωτήσω, κανέ-
νας δὲν ἤξερε κάποιον μὲ τὸ ὄνομα τοῦ γα-
μπροῦ µου, κανένας δὲ θυμόταν νὰ ᾽χε δεῖ
κάπου μιὰ ὄμορφη γυναίκα, µελαχροινή,
σπαθάτη, μὲ μεγάλα καστανὰ μάτια...
Περνοῦσε ὁ καιρός, τίποτε δὲ γινόταν,
ἡ στενοχώρια µου γύριζε στὴν ἀπελπισία.
Δυὸ-τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο, ὅποτε εἶχα εὖ-
καιρία, πήγαινα στὸ Παρίσι, ἔψαχνα καὶ
ξανάψαχνα στοὺς δρόμους τῆς ᾿Αβραί, πῆ-
γα καὶ στὶς γειτονικὲς Βερσαλλίες. Τίποτε.
Λὲς κι ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κατάπιε καὶ
τοὺς δυό.
οσο
ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ
"Αγωνία
”Αρχισα νὰ βυθίζοµαι σ᾽ ἕνα σκοτάδι,
σὲ μιὰ ὁλοσκότεινη νύχτα. Αὐτὴν τὴν κατά-
σταση δὲν μποροῦσα νὰ τὴν ἀνεχτῶ, μ᾽ ἔ-
τρωγε τὸ σαράκι, οἱ δικοί µου μὲ πίεζαν νὰ
τὰ παρατήσω, φοβόνταν γιὰ τὴν ὑγεία µου.
᾿Αλλὰ μοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ πιστέψω, πὼς
ἔτσι στὰ καλὰ καθούμενα ἐξαφανίζονται
δυὸ ἄνθρωποι χωρὶς ν᾿ ἀφήσουν ἴχνος. Κι᾿
ἡ ᾿Αστυνομία νὰ μὴν ἔχει ἰδέα κι᾿ οἱ πολι-
τσμάνοι τῶν τμημάτων νὰ συμπληρώνουν
μόνο χαρτιὰ κι᾿ ἀπὸ ᾿κεῖ καὶ πέρα νὰ μὴν
ἔχουν τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον. Γύριζα
᾿'δῶ κι᾽ ἐκεῖ, ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμος, σὰ νὰ
μέ ᾽πνιγε σιγἀὰ-σιγὰ ἡ ἀνεμελιὰ τοῦ κόσμου
κι᾿ ἡ ἀδικία του. Πολὺ ἀγαποῦσα αὐτὴ τὴ
μοναδικὴ ἀδερφή μου, τὴν αἰσθανόμουν
καταδική μου, αἷμα μου, αὐτὸ τὸ ἀπρόβλε-
πτο ἀναποδογύριζε ὁλόκληρη τὴ ζωή μου.
"Ἠταν μιὰ ζεστὴ αὐγουστιάτικη μέρα,
τὴν τελευταία φορὰ ποὺ πῆγα στὸ Παρίσι.
Σκέφθηκα νὰ ξαναπεράσω ἀπ᾿ τὴν πάροδο
τῆς Λαφαγιέτ, ὅπου ἦταν ἡ πρώτη κατοικία
τῆς Χριστίνας, καὶ πῆγα τὸ ἴδιο ἀπόγευμα.
Μεγάλη φασαρία στὴ λεωφόρο, πλῆθος
καὶ πολλὰ τροχοφόρα γύρω ἀπ᾿ τὰ πολυ-
καταστήματα, μόλις ὅμως ἔστριψα στὴν πά-
ροδο, ὅλα ἡσύχασαν, οἱ ἄσπροι, οἱ μαῦροι,
οἱ κίτρινοι δὲν εἶχαν δουλειὰ ἐδῶ, ξαφνικὰ
ἔμεινα μόνος μὲ τὴν ἀγωνία µου. Πάλι ἄ-
πραγος, στάθηκα σὲ µία γωνιὰ παρατηρώ-
ντας τὸ παλιόσπιτο καὶ τὴν ἐξώπορτά του,
ποὺ ἡ Χριστῖνα τόσες φορὲς θὰ εἶχε περά-
σει. Ἔκανα μερικὰ βήματα κι ὕστερα ἔ-
πιανα πάλι τὴ γωνιά μου. Σὰν νὰ μὴ μπο-
ροῦσα τίποτ᾽ ἄλλο νὰ σκεφτῶ. "Αρχισε νὰ
βραδυάζει, ἡ ὑγρὴ παριζιάνικη κουφόβρα-
ση μοῦ ᾽φερνε μιὰ ἀδιαθεσία κι᾽ ἕνα μού-
διασμα σ᾽ ὅλο µου τὸ κορμί.
Τέλος σὲ μιὰ στιγμὴ εἶδα ν᾿ ἀνοίγει ἡ ἐ-
ξώπορτα κι᾽ ἀνάμεσα στὶς σκιὲς καὶ στὶς
σιωπές τῆς εἶδα στὸ κατώφλι νὰ προβάλλει
διστακτικὰ ἡ γριὰ θυρωρῖνα. Μὲ κύτταξε
καλὰ κι᾿ ὕστερα μοῦ ᾽κανε νόημα νὰ πλη-
σιάσω. Φαίνεται πὼς ἀπὸ κάποια τρύπα μὲ
παρατηροῦσε ἀπὸ ὥρα, οἱ θυρωρῖνες τοῦ
Παρισιοῦ εἶχαν ἀπ᾿ τὸν καιρὸ τῆς ᾿Επανά-