ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
135ΜΑΡΤΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το "Δέντρο του Αστραπόγιαννου" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΔΗΓΗΜΑ ΤΟΥ
δανΛλον
ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΠΚΟΥΡΗ
Τὸ «Δέντρο τοῦ ̓Αστραπόγιαννου»
Ποτέ μου δὲν ἀγάπησα ἐτοῦτον τὸν ξεῥότοπο.
Ποτέ μου δὲν ἀνάσανα σ ̓ ἐτούτη
τὴν ἀπέραντη πολιτεία. Ἔχω κρατήσει τὴ
σιωπή μου γιὰ τὰ ὑγρὰ χώματα τοῦ νότου,
τὰ δάση τῆς ψιλῆς βροχῆς κι ἕναν κόλπο
θαλασσινὸ ἀπὸ ἥλιο καὶ χρώματα. Φῶς!
Νὰ χάνεσαι στὸ φῶς τοῦ ἥλιου-πατέρα, ν ̓
ἀγάλλεσαι στὸ σῶμα τῆς μάνας γῆς.
̓Αλλὰ τὰ ἴχνη ἀπὸ τὰ πατήματά μου
στὴν ἄμμο ἔσβησε ὁ ἄνεμος τῆς ὀργῆς, καὶ
τὸ τραῖνο ποὺ ἔφυγε, γιὰ νὰ μὴν ξαναγυρίσει,
μὲ ξεφόρτωσε νύχτα στὸ μεγάλο σταθμό,
χαμένο πρόβατο. 'Ο στρόβιλος μὲ συνεπῆρε.
Μιὰ χοάνη ἀπὸ Ἰλιγγο, βουητὸ ἀσταμάτητο,
κινούμενα φῶτα καὶ μυρωδιές,
ποὺ μοῦ ̓φερναν ἀναγούλα, μ ̓ ἔρριξαν κάτω.
Δὲ μποροῦσα καὶ δὲν ἤθελα νὰ βλέπω
τίποτα. "Ἔκανα συνέχεια ἐμετοὺς καὶ αὐτὸ
συνεχίστηκε γιὰ πολλοὺς μῆνες, μέχρι ποὺ
συνήθισα. ̓Αλλὰ καὶ πάλι δὲ ζῶ. ̓Ονειρεύομαι.
Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή.
Τίποτα δὲν εἶχε νὰ δώσει σὲ μένα ἡ πολιτεία.
Τίποτα δὲν εἶχα νὰ τῆς δώσω ἐγώ.
Κυτταχτήκαμμε σὰν ἐχθρές, παλαίψαμε σῶμα
μὲ σῶμα καὶ τώρα, δὲν τὸ κρύβω, χαίρομαι
γιὰ τὰ χάλια της, τὸ ψυχορράγημά
της. Τὸ βλέπω σὰ θεία δίκη, σὰν προσωπικἡ
δικαίωση.
Κάτω δὲν πῆγα ποτέ. Τί νά ́κανα; Οἱ
δικοί μου τὰ εἶχαν ὅλα ξεπουλήσει. Καὶ τὸ
σπίτι μὲ τὸν κάμπο στὰ πόδια του, καὶ τὴ
θάλασσα τοῦ βάθους, καὶ τὰ μονοπάτια μὲ
τὶς πικροδάφνες καὶ τὶς βυσσινιὲς καὶ τὴ
μεγάλη κερασιά, καὶ τοὺς χλοεροὺς λόφους,
ὅλα. Καὶ «ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια,
τὴν τιμὴν τῶν τετιμημένων». ὕστερα
τὰ πράγματα πῆραν τὸ δρόμο τους. ̓Ανεπαίσθητα
κύλισαν πρός τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸ
θάνατο, ποὺ μᾶς ζώνει ἀπὸ παντοῦ.
̓Εγώ ἤμουν μικρὴ τότε. Ποιὸς μὲ λογάριαζε...
Τὶ μποροῦν νὰ ξέρουν τὰ παιδιά...
Κι ὅμως τὸ παιδί, ποὺ τρέχει στὸ δάσος καὶ
χτίζει τὸ σπιτάκι του στ ̓ ἀκρογιάλι μὲ ἅμμο
καὶ θαλασσινὸ νερό, ἔχει τὴν ἱκανότητα
νὰ καταλαβαίνει, γιατὶ κατέχει τὴ θέα τῆς
ἀπεραντοσύνης. Θὰ τὴ χάσει ἀργότερα μέσα
στὸν ἀνθρώπινο συνωστισμό.
̓Εκεῖνο ὅμως ποὺ μοῦδωσε τὴν πιὸ βαθειὰ
μαχαιριά, ποὺ μ ̓ ἀποτελείωσε, ἦταν
σὰν ἔμαθα πὼς ἡ θειά μου εἶχε πουλήσει τὸ
Δέντρο τοῦ ̓Αστραπόγιαννου γιὰ ξυλεία.
Γιὰ νὰ εἰσπράξει τριακόσιες δραχμές. Δὲν
εἶπα τίποτα οὔτε στὴν ἴδια οὔτε σὲ κανέναν
ἄλλο, ὅμως δὲν τῆς ξαναμίλησα. Δὲ γύρισα
νὰ τὴν κυττάξω πιά. "Οταν ἔμπαινε στὸ
σπίτι, ἐγώ ἔβγαινα. «Τί ἔχει ἡ "Αννα μαζί
μου.» παραπονιότανε, καὶ μιά φορὰ μοῦ
βγῆκε στὰ ἴσια: «Δὲ μοῦ λές, κοριτσάκι
μου, μπορεῖς νὰ μοῦ ἐξηγήσεις τί σοῦ ἔχω
κάνει» ὌἜκανα μεταβολὴ κι ἔφυγα. Τί νὰ
τῆς ἐξηγήσω καὶ τί μποροῦσε νὰ καταλάβει
αὐτή... Τὸ πολὺ νὰ μὲ φασκέλλωνε κοροῖδευτικὰ
καὶ νὰ μοῦ ̓λεγε μὲ τὸ συγκαταβατικὸ
καὶ χαριτωμένο γελάκι της: «Χαζούλι...
ἔ, πουλήσαμε κεῖ, ἀγοράσαμε δῶ».
Καὶ εἶν ̓ ἀλήθεια, πὼς ἀγοράσαμε «δῷ»
τρία οἰκόπεδα, ποὺ μὲ τὰ χρόνια πῆραν μεγάλη
ἀξία καὶ τὰ δώσαμε ἀντιπαροχὴ καὶ
γίναμε εὐυπόληπτοι πολίτες. Καὶ κλείσαμε
τοὺς παπποῦδες στὸ γεροκομεῖο, ἔτσι βαρετοὶ
κι ἄχρηστοι πού ̓ χαν καταντήσει καὶ
φτιάσαμε μοντέρνα Πνίηρ-τοοπις καὶ χαριτωμένα
παιδικὰ δωμάτια μὲ τό ̓ να κρεββάτι
πάνω στ ̓ ἄλλο, ὅπως στὰ πλοῖα. Καὶ πήραμε
ἁμάξι τετρακινητήριο, ποὺ εἶναι τὸ
κρυφὸ καὶ τὸ φανερό μας καμάρι κι ἕνα
κουκλίστικο σπιτάκι στὴ θάλασσα γιὰ τὰ
μπάνια μας. Μόνο ποὺ χρόνια τώρα λίγα μέτρα
ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα του εἶναι στημένη
μιὰ πινακίδα μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Προσοχή!
Ὕδατα Μολυσμένα». Τὴ βλέπουν οἱ ἐπίδοξοι
κολυμβηταὶ καὶ ξυνίζουν τά μοῦτρα
τους. Ἣ θάλασσα, πάντα ὡραία ἀπὸ μακρυά,
τραβάει σὰ μαγνήτης τοὺς καλοκαιρινοὺς
μῆνες, γιατὶ μπορεῖ καὶ κρύβει ἀκόμα
τὴν ἀρρώστια ποὺ κατατρώγει τὰ σπλάγχνα
της κι ἁπλώνεται ραγδαῖα. Τί θὰ γίνει
ὅμως, ἔτσι καὶ σπάσει καὶ ἡ τελευταία
κρούστα τῆς ὁμορφιᾶς; Τί ἔχουν νὰ δοῦν
τὰ μάτια μας; Αὐτὰ στὸ περίπου συμβαίνουν
ἐδῶ.
̓Εκεῖ ἤτανε τὸ χτῆμα, δῶθε ἀπὸ τοὺς
ἀμμόλοφους ποὺ χώριζαν τὴ θάλασσα ἀπὸ
τὸν ἄλλο κόσμο, καὶ πάνω σ ̓ ἕνα ὕψωμα
τοῦ κάμπου τὸ σπιτάκι τοῦ ̓Ιορδάνη μισοκρυμμένο
στὰ κλαδιὰ τοῦ μεγάλου δέντρου.
Τὰ μεσημέρια τοῦ καλοκαιριοῦ τὸ σκάγαμε
κρυφὰ μὲ τὴν ̓ Αγγελική, γιὰ ν ̓ ἀνεβοῦμε
στὴν κρεββατίνα, πού ̓ χε τὸ λημέρι του ὁ