ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
136ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ευοί ευάν — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
Εὐοῖ εὐὰν
Κατέβαζε τὴν Πούλια σὲ κροντήρι καὶ μοῦ ̓δινε νὰ πιῶ. Μ ̓ ἔβγαζε
σεργιάνι στοὺς γαλαξίες, σὲ μυθικοὺς ̓Ελικῶνες μὲ φανταστικὰ θεσπέσια
πλάσματα, σὲ ἄλση σκιερὰ μὲ θεὲς εἰδωλολατρικές, ἁμαρτωλές, ἐξαίσιες.
̓ Ὅλ Ἰ αὐτὰ τ ̓ ὄνομά μου, ἡ μεγάλη εὔνοια τῆς τύχης μου. Στὴν προσπάθεια
ὅμως νὰ ἐξαγνιστεῖ κουτσουρεύτηκε' κόψε-κόψε, τοῦ ̓μεινε μονάχα ἡ οὐρᾶ:
«Νία». Τί ἀνοστιά, Θεέ μου! Ν ̓ ἀνεβαίνεις -- ποὺ λέει ὁ λόγος -- σὰ
Νία ἢ Νούλα, μὲ τὴν οὐρά σου νὰ σπαρταράει, χωρὶς νὰ τό ̓χει κατὰ νοῦ
νὰ ψοφήσει, ἀποζητώντας μιὰ ζωὴ τ ̓ ἀποκομμένο σῶμα τῆς. Σταύρωσι:
σκέτη, χωρὶς καμμιὰ γοητεία, σκηνοθετικὰ εὑρήματα, παρενέργειες καὶ
θυγατέρες τοῦ ̓Ισραήλ. Γι’ αὐτὸ γιορτάζω κάθε Μ. Παρασκευή, ποὺ φεύγουν
ὅλοι γιὰ τὸν ̓Επιτάφιο καὶ βρίσκω ἐπὶ τέλους τὴν ἡσυχία μου. Εἶναι
καὶ ἡ εὐεργετικὴ ἔξοδος στὰ βουνὰ καὶ τὰ καταρράχια, τὴ Φραγκιὰ καὶ τὴν
ἐπικράτεια τοῦ Βούδδα, ποὺ σὲ κάνει νὰ λές: Στὸ ...καλό. Κι ἔχει ὁ Θεις.
Τὸ βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Πέφτουν
ὅλα τὰ προσχήματα, μένουν ὅλοι ἀνυπεράσπιστοι, κι ἐγὼ μοιάζω μὲ
τσουκνίδα. Τὰ στίφη τῶν πιστῶν ἀναλύονται σὲ κροκοδείλια’ μόνον ἡ οὐρά
μου βρίσκει τὴν ἰσορροπία της. ̓Ανασαίνει τὴ δικαίωσί της σὲ μυστικὴ
εὐδαιμονία καὶ περιμένει τὴν ̓Ανάστασι γιὰ τὸ φαγοπότι, ὅπως ὅλος ὁ καλὸς
κόσμος. Στὸ ἅψε-σβῆσε τοῦ φωτὸς καὶ στὸ πρῶτο μπὰμ οἱ ἐκκλησίες
ἀδειάζουν κι ἀπομένει ὁ παπᾶς, τρεῖς κι ὁ κοῦκκος μὲ τὸν "Αϊ-Γιάννη τὸ
Χρυσόστομο σύξυλο, ἐνῶ «νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες» τό ̓χουν
κιόλας ρίξει στὰ εὐοῖ εὐάν.
Δὲν ξεχνιοῦνται τὰ Χριστιανικὰ βιώματα. Τὸ εἶπε καὶ ἡ κ.
̓Αρβελέρ,
ποὺ εἶναι ἐπιστήμων πολύξερη κι ὄχι χαμίνι τοῦ ξεπεσμοῦ σὰν ἐμένα.
Πουρνάρι τοῦ γερο-Μοριᾶ ἐγώ, ἔτσι καὶ
μ ̓ ἔβαλαν νὰ «σολάρω» στὸν ἸΕπιτάφιο,
ἄφησα τὴν οὐρά μου νὰ τοὺς τὰ ψάλει, κι ̓ ἐκείνη ἔβγαλε τόσο ἀπωθημένο,
ποὺ προβλημάτισε τὶς ἅγιες εἰκόνες. --- Καὶ τοῦ χρόνου, βαϊζούλα
μου, μᾶς ἔκανες ὅλες νὰ κλάψουμε. --- Γιᾶ ποιό πρᾶγμα, γιαγιούλα; -Γιὰ
τὸ Χριστούλη μας, ζάβαλε. --- Γιὰ τὸ Χριστούλη μας ἢ γιὰ «τῆς ᾧραγκογιαννοῦς
τὰ πάθη»; Κατακαημένη μου γιαγιούλα, σὲ εἶδα στὴν ̓Επίδαυρο
ἀνάμεσα στὶς μαυροφόρες-μυροφόρες τοῦ χοροῦ κι ἄρχισα νὰ μετράω
ἀνάποδα.
Στὸν τόπο ποὺ γεννήθηκα δὲν ὑπάρχουν χειμῶνες ἀλλὰ αἰώνια "Ανοιξι
μὲ πολλὲς βροχές. 'Ο Φλεβάρης πνίγεται κιόλας στὰ λουλούδια κι ὁ ̓Απρίλης
κι ὁ Μάης φτάνουν ὧς τὸν ἔσχατο παροξυσμό. Σὲ μιὰ τέτοια ὥρα
δὲν ἔχει θέσι ὁ θάνατος. Ὅλα κινοῦνται καὶ στροβιλίζονται στοὺς ἐαρινοὺς
ρυθμούς, λειτουργοῦν καὶ λειτουργοῦνται στὴν ἱεροτελεστία τῆς "Ανοιξης.
Τὸ βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς οἱ νέοι ντύνονται φανταχτερὰ σήματα
κι ἐφωδιασμένοι μὲ κάθε λογῆς μουσικὰ ὄργανα, ἀπὸ σάλπιγγες μέχρι
φλογέρες, ἀνεβοκατεβαίνουν τὴν πομπὴ τοῦ ἐπιταφίου μέσα σὲ πανδαιμόνιο
ἀπὸ ἤχους, μὲ ὕφος καὶ ἀέρα πολεμιστῆ. Στὴν πλατεῖα τὴν ὥρα ποὺ
σμίγουν οἱ δυὸ ἐπιτάφιοι, ̓Αηγωργίταροι καὶ Παναγίταροι, ὁ Ὄλυμπος κι
ὁ Κίσσαβος, ἡ θηλυκὴ χορωδία τοῦ “Αἰ-Γιώργη καὶ ἡ ἀρσενικὴ τῆς Παναγίας,
θὰ πολεμήσουν μὲ ὅ,τι καλύτερο διαθέτει ὁ τόπος: Τὶς φωνές. Στὴν
ἀλαφροϊσκιωτὴ ἐτούτη γωνίτσα τοῦ κόσμου ἡ φωτιὰ τῆς γῆς γίνεται τρα----ν.