ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
138ΙΟΥΝΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η απόφαση — ΝΕΜΕΣΙΣ
Κείμενο φύλλου
ΕΘΝΙΚΑ
Ἢ ἀπόφαση
Τὸ μυαλό μου γύρισε αὐθόρμητα μερικὰ χρόνια πίσω. "Ηταν τότε ποὺ εἶχα ἐπισκεφθεῖ τὸ νησὶ τῆς
̓Λφροδίτης. τὴν πανέμορφη Κύπρο, προσχεχλημένος ἑνὸς φίλου μου δουστασιάρχη. Μεγάλη ἐμπορικὴ φυσιογνωμία
τῆς Κύπρου ὁ φίλος μου. "ἔχει τοὺς περισσότερους σταύλους καὶ μάντρες (μαντριὰ) στὸ νησί γι ̓
αὐτὸ καὶ τοῦ κολλήσανε τὸ παρατσούκλι «Λρχιμανδρίτης». Ψηλός, ἐπιόλητινὸς μὲ γκριζωπὰ γένεια καὶ ἀγέθωχο
δλέμμα, σκορπίζει τὸν σεδασμὸ γύρω του.
Γεματη ἡ δίλλα τῆς φάρμας του στὸν ὅρμο τῆς ̓Επισκοπῆς, στὴ Ν. Κύπρο, ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀσήμι: πανάχριόα
χαλιὰ καὶ πίνακες στολίζουν πατώματα καὶ τοίχους. Τοῦ ἀρέσει νὰ «περνάει» τὴν εἰκόνα τοῦ ταπεινοῦ
ὅμως στοὺς γύρω του, «γιὰ νὰ μὴν τὸν γλωσσοτρῶνε», ὅπως λέει. Καδαλάει καὶ ἕνα ἄσπρο ὑπέροχο ἄλογο,
ράτσα παλιά, «ἀρχαία», σύμφωνα μὲ τὴ νγνώμη τῶν γεροντοτέρων, φερμένο ἀπ ̓ τὴν κυρίως Ελλάδα. Μαθημένο
νὰ ζεῖ ἐλεύθερα, ὑπερήφανα καὶ ἀγέρωχα νὰ καλπάζει ἐνάντια σὲ καιροὺς καὶ ἐμπόδια, ἕως ὅτου τὸ
ἀπέχτησε μὲ δόλο ὁ φίλος μου ὁ «Αρχιμανδρίτης». ̓Αλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ παλιὰ ἱστορία. «Δἢἣμον τὸ φωνάζει
καὶ τοῦ ἀρέσει νὰ τὸ τρομάζει καὶ νὰ τὸ χτυπᾶ μὲ τὸ σχαλιστὸ ραθδίτου, σύμδολο τῆς ἐξουσίας του, ὅταν
αὐτὸ δὲν ὑπακούει καὶ θυμᾶται τὰ νειᾶτα του.
Καὶ ἔχει πολλὰ κοπάδια δόδια ὁ «Αρχιμανδρίτης». Καφέ, μαῦρα, γκρί, ἄλλα μὲ δοῦλες χι’ ἄλλα χωρίς.
Εἶναι μιὰ σπάνια ποικιλία θοδιῶν, ὅπως μοῦ ἐξήγησαν, φερμένη κι ̓ αὐτὴ ἀπ’ τὴν κυρίως Ελλάδα. Τὸ πρωὶ
ὁ « ̓Αρχιμαντρίτης» τὰ ἄφηνε ἐλεύθερα νὰ δοσκήσουν ἐκεῖ χοντὰ στὸν ὄρμο τῆς ̓Επισκοπῆς, νὰ νοιώσουν
τὴν ψευδαίσθηση τὴς ἐλευθερίας καὶ τὸ ὁράδυ τὰ μάζευε καὶ πάλι στὰ μαντριά τους. "Λμοιρα ζωντανά... νόμιζαν
πὼς ἦταν ἐλεύθερα.
̓Λλλὰ τὴν μεγάλη ἐντύπωση σ ̓ ὅλη τὴν παραμονή μου στὴν ̓Επισχοπὴ μοῦ ἔκανε τὴν ἄλλη μέρα τὸ
ἑξῆς περιστατικὀ: Κόντευε νὰ σουρουπώσει, ὅταν ὁ φίλος μου μαξι μὲ τοὺς δουκόλους του ἔτρεχαν μὲ διασύνη
δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ προσπαθῶντας, ὅπως κάθε μέρα ἄλλωστε, νὰ μαζέψουν τὰ δόδια στὸ μαντρί. Μόνο
ποὺ σήμερα πρόσεξα, ὅτι σὲ 2-3 μέρη γύρω ἀπ ̓ τα μαντριὰ ἦταν ἀναμμένες φωτιές, ποὺ μέσα τους δρίσκονταν
δυθισμένα χάτι σίδερα, ποὺ ὁλοένα καὶ πύρωναν περισσότερο. Δὲν εἶχα καταλάδει ἀρχικά, τί θὰ
συνέδαινε, ὀλέπετε καινούργιος στὴν Επισκοπή. ἐνῶ αὐτοὶ τὸ εἶχαν ἐπάγγελμα. καὶ ἄρχισα μόλις νὰ τὸ συνειδητοποιῶ,
ὅταν ἀντίκρυσα τὸν «Αρχιμανδρίτ]» νὰ θουτάει ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πυρωμένα σίδερα καὶ νὰ τὸ
φέρνει πάνω στὸν μηρὸ ἑνὸς ἀπὸ τὰ δὁδια, ποὺ ὁυὀ-τρεῖς δουκόλοι μὲ δυσκολία κρατοῦσαν. "Ένας ἀνατριιαστικὸς
θόρυόος σὰν τὸ «τζιτζίρισμα» στὸ τηγάνι ἀκούστηκε χαὶ μιὰ δαρειὰ μυρωδιὰ χαμμένης σάρκας
ἁπλώθηχε στὸν ἀέρα. Τὸ ζῶο οὔρλιαξε ἀρχικά, ἀλλὰ μετὰ ἔτρεξε νὰ χωθεῖ θιαστικἀ. χωρὶς νὰ ἀντιδράσει
περισσότερο. μέσα στὸ μαντρί. Τίποτα δὲν φαινόταν οὐσιαστικὰ νὰ εἶχε ἀλλάξει ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ σφραγίδα μὲ
τὰ ἀρχικὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ φίλου μου τοῦ «Αρχιμανδρίτη», ποὺ θὰ τὸ συνόδευε στὸ ἑξῆς γιὰ ὅλη του τὴν
ὑπόλοιπη ζωή.
Τὸ «μαρκάρισμα» συνεχίστηκε μέχρι ἀργὰ καὶ ἡ ἴδια εἰκόνα ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς μπροστὰ στὰ
μάτια μου.“ Ένα κάψιμο, ταυτόχρονα ἕνα δογγη τὸ καὶ στὴ συνέχεια μιὰ γρήγορη τρεγάλα, γιὰ νὰ χωθεῖ θιαστικὰ
τὸ δόδι μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μεσ’ στὸ μαντρί. Καὶ ὕστερα ἡ συνθηκολόγηση. Τὸ ἐὄλεπες στὰ μάτια τους,
ἀνήμπορα νὰ ἀντιδράσουν, ἀνήμπορα νὰ ἐπαναστατήσουν κι ἂς ἦταν ἑκατοντάδες.
Καὶ μήπως ὁ «Λρχιιανδρίτης» τοὺς φερότανε σωστά, Ἐννοεῖται ὅτι μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία δὲν ἔχανε
τὸν καιρό του γιὰ νὰ τα πουλήσει ὁδηγώντας τὰ «σεσημασμένα» ζωντανὰ του στὰ σφαγεῖα. Τύψεις, συναισθήματα;
“Ὅποιος προσφέρει τὰ περισσότερα. Τὸ χέρδος δὲν ἀφήνει χῶρο γιὰ συναισθήματα. Καὶ εἶναι
πολλοὶ οἱ ἔμποροι, ποὺ παζαρεύουν θόδια. ̓Εὸῶ καὶ αἰῶνες ἀπὸ πάππου πρὸς πάππον. Καὶ τὰ ἀνανεώνουν
μετὰ ἀπὸ κάθε ἀγοραπωλὴσία καὶ σφαγή. "Ας εἶναι καλὰ οἱ ἀγελάδες.
“Ἕνας ἀπὸ τοὺς προγόνους τοῦ « ̓Αρχιμανόρίτη» τὰ πουλοῦσε, λένε, σὲ Τοῦρκο μεγαλέμπορο κρεάτων.
“Ἕνας ἄλλος σὲ κάποιους ἄλλους μεγάλους κρεατέμπορους τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τὴ Ν.4. Μικρὰ ̓Λσία μοῦ φαίνεται
πὼς ἦρθαν. Λργότερα σὲ Λγγλους μεγαλοχασάπηδες, ποὺ εἶχαν ἀνακαλύψει κι αὐτοὶ μὲ τὴ σειρὰ τους
τὴν πλούσια δοϊδαγορὰ τῆς Επισχοπῆς. Οἱ καλύτεροι πελάτες, ὅπως ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων. "Λμοια
θόδια, νἄχατε λίγο ἀνθρώπινο μυαλὸ στὸ χεφάλι σας! Θὰ δρίσματε ἀραγε τρόπο. νὰ μὴν τὰ ἀνεχόσασταν
ὅλα αὐτά; Γιὰ πόσον καιρὸ ἀκόμα θὰ σᾶς σημαδεύουν...
- Κύριε, θὰ προχωρήσετε; Έχουμε κι ἄλλες δουλειὲς νὰ Κάνουμε, ἐδῶ θὰ νυχτώσουμε: μὲ ξύπνησε ἡ φωνὴ
κάποιου ποὺ ἦταν πίσω ἀπὸ μένα στὴν οὐρά.
̓Επανῆλθα στὴν πραγματικότητα. Σήμερα, ὀλέπετε, ἔπρεπε νὰ πάρω τὴν καινούργια μου ταυτότητα.
Προχώρησα στὸ γραφεῖο ποὺ καθόταν ὁ ἀστυνομικός. ̓Λφοῦ μοῦ ζήτησε ὄνομα, ἐπώνυμο καὶ ὅλα τ ἄλλα
σχετικά, ρθε καὶ ἡ σειρά τῆς ὑπηκοότητος.
-'Ἑλληνική, τοῦ ἀπάντησα.
-Θρήσχευμα: