ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

139ΙΟΥΛΙΟΣ 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8125 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
44 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η αρχαιοελληνική μουσική και το ουδέποτε "όσμανικόν" μπουζούκι — ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Δ.
    ἀρχή: σελ. 8125 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 139

Κείμενο φύλλου

ΔΗΜ. ΟΔ.ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ἢ ἀρχαιοελληνικὴ μουσικὴ καὶ τὸ οὐδέποτε «ὀσμανικὸν» μπουζούκι Ὃρμώμενος ἀπὸ ἄρθρο, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὸν περασμένο μῆνα σὲ φιλολογικὸ ἔντυπο γιὰ τὴν γλῶσσα, τὸ ὁποῖον μεταξὺ ἄλλων πολλῶν ἀναφορῶν γιὰ τὴν ἐν γένει πολιτιστική μας κατάπτωση ἀναφερόταν καὶ στὸ δῆθεν «ὀσμανικὸ μπουζούκι», θεώρησα καθῆκον μου νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος, προκειμένου μέσω τοῦ «Δαυλοῦ» νὰ ἀποκαταστήσω ἐν συντομίᾳ τὰ πράγματα κάνοντας ἀφενὸς μία συμπλήρωση καὶ ἀφετέρου μία διαπἰστωση. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ πρόγονοί μας χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἀλφάδητο μὲ τριπλῆ ἰδιότητα. ἤτοι γιὰ τὴν γραφὴ τῆς γλώσσας, γιὰ τὰ μαθη ματικὰ --ἀφοῦ τὰ Υράμματα ἦταν καὶ ἀριθμοὶ-- καὶ γιὰ τὴν μουσική, δεδομένου ὅτι τὰ γράμματα αὐτούσια, παραμορφωμένα, ὑπερφορτωμένα, ὄρθια, ὁριζόντια ἢ ἀναποδογυρισμένα ἀποτελοῦσαν μουσικὲς νότες καὶ συνολικἀ 1620 μουσικὰ θεωρητικὰ σημεῖα. Δηλαδὴ π.χ. ἠ λέξη ΠΑΡΘΕΝΩΝ ὡς λέξη ἐδήλωνε τὸν ναὸ τῆς Παλλάδας, ἀλλὰ συγχρόνως ἀποτελοῦσε μία μαθηματικὴ ἐξίσωση καὶ θεθαἰως μία μουσικὴ ὀκτάθα, ἡ ὁποία μποροῦσε θαυμάσια νὰ παιχτεῖ σὲ ἕνα μουσικὸ ὄργανο ἢ νὰ τραγουδηθεῖ. Φυσικὰ τὸ ἴδιο ἴσχυε γιὰ ὅλες τὶς λέξεις-ἐξισώσεις. Ἑπομένως πολὺ σωστὰ ἐπεσημάνθη, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες διὰ τοῦ λόγου τραγουδοῦσαν καὶ διὰ τοῦ τραγουδιοῦ ὁμιλοῦσαν, Τὰ μουσικὰ ὄργανα τῶν προγόνων μας ἦταν πολλά, ὅπως ἡ λύρα, ἡ κιθάρα, ὁ αὐλός, ὁ ἄσκαυλος (γκάιντα), ἡ πανδούρα κ.τ.λ. Τὸ μουσικὸ ἐκεῖνο ὄργανο, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς ἀπασχολήσει στὴν παροῦσα ἔρευνα εἶναι ἡ πανδούρα, δηλαδὴ τὸ μοναδικὸ ὄργανο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων μὲ χέρι («μάνικο»), κατασκευασμένο ἐπάνω της, εἰς τὸ ὁποῖο ὑπῆρχαν 3 ἐντέρινες χορδές. Τὸ ὄργανο αὐτὸ ἐκτὸς ἀπὸ πανδούρα ὀνομαξόταν καὶ τρίχορδον, ἡ δὲ παραφθορὰ τοῦ ὀνόματός του μέσω τῶν αἰώνων ἦταν ἡ ἑξῆς: πανδούρα- θαμπούρα- -ταμπούρα- ταμπουρᾶς, ἐξελίχθηκε δὲ ἀπὸ τεχνικῆς πλευρᾶς σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ Ἑλληνικὰ μουσικὰ ὄργανα μὲ χέρι-μάνικο τῆς εὐρύτερης οἰκογενείας τοῦ λαούτου, ὅπως αὐτὸ δομήθηκε ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς μουσικούς. Πανδούρα ἔπαιζαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, θαμπούρα ἔπαιζε ὁ Διγενῆς ̓Ακρίτας, ταμπουρᾶ ἔπαιζε ὁ Ρήγας, ὁ Κατσαντώνης καὶ ὁ Μακρυγιάννης. Τρίχορδο μπουζούκι (μπουζούκι: ἀνεπιτυχὴς ὅρος, ποὺ ἐπικράτησε τοῦ Ἑλληνικοῦ ταμπουρᾶ-πανδούρας κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ἀπὸ τοὺς Τούρκους) ἔπαιζαν καὶ παίζουν οἱ Ἕλληνες τῆς Ἰωνίας, τῆς Θράκης καὶ τῆς Κύπρου, ὁ Μᾶρκος Βαμδακάρης καὶ ὁ Τσιτσάνης, ἀρνούμενοι νὰ ἀλλάξουν τὴν παραδοσιακὴ δομὴ τοῦ ὀργάνου, ἀφοῦ διατηροῦσαν ἀκόμα καὶ τὰ ξύλινα κλειδιὰ κουρδίσματος. Οἱ ὀσμανλῆδες, ὅταν ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἑλληνικὸ πολιτισμὸ καὶ τὴν μουσική μας παράδοση, οὐδὲν ἐγνώριζαν περὶ ἀρχαίων Ἕλληνικῶν «τρόπων» (Ἰωνικοῦ, Δωρικοῦ, Αἰολικοῦ κ.τ.λ.) ἢ Βυζαντινῶν «ἤχων», «δρόμων» (α’, 6', πλαγίων κ.τ.λ.), ἀλλὰ ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ πολιτιστικὰ τους στοι-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →