ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
140-141ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Πανάρχαια Ελληνική η παλαιά Ουγγροφιννική-Σιβηριανή γραφή — ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ, ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ
Πανάρχαια Ἑλληνικὴ ἡ παλαιὰ
Οὐγγροοφιννικὴ-Σιθηριανὴ γραφή
Ἢ παλαιὰ οὑγγροφιννικὴ εἶναι ἡ γλῶσσα μιᾶς μεγάλης ὁμάδος λαῶν. Ἡ ὁμάδα
περιλαμὄάνει τέσσερις ὑποομάδες, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦσαν διαλέκτους.
Στὴν πρώτη ὑποομάδα συγκαταλέγονται οἱ Μαγυάροι τῆς Οὐγγαρίας καὶ οἱ Βογοῦλοι
καὶ ̓Οστιάκοι τοῦ κόλπου Σαλεκάρντ (Δ. Σιδηρία). Στὴ δεύτερη οἱ Ζυριάνοι,
οἱ Βοτιάκοι καὶ οἱ Περμιάκοι στὸ Ρωσικὸ λεκανοπέδιο τοῦ Βόλγα. Στὴν
τρίτη οἱ Τσερεμίσοι καὶ Μολδάδοι στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ ἄνω Βόλγα καὶ στὸ
μέσο τοῦ Βόλγα ἀντίστοιχα καὶ στὴν τέταρτη οἱ Φινλανδοί, οἱ Καρελιανοί, οἱ
Ἔσθονοί, οἱ Λεττονοὶ καὶ οἱ Λάπωνες τῆς περιοχῆς τοῦ ̓Αρχάγγελου.
Τὸ 1828 ὁ Φινλανδὸς 1,ζδητοί κατέγραψε παλαιὰ λαϊκὰ ἄσματα τοῦ Βορρᾶ. Τὴ
συρραφή τους τὴ δημοσίευσε τὸ 1835 μὲ τὸν τίτλο «Καλεδάλα». Τοὺς ἀρχικοὺς
δώδεκα χιλιάδες περίπου στίχους ποὺ συγκέντρωσε, τοὺς ἐμπλούτισε σὲ δεύτερη
ἔκδοση τὸ 1849 δημοσιεύοντας 22.800 στίχους. Στὶς λαϊκὲς αὐτὲς παραδόσεις
περιγράφεται ἕνας διαρκὴς ἀγώνας μεταξὺ «Καλεδάλας», ἡ ὁποία εἶναι «ἡ πατρίδα
τῶν ἡρώων» καὶ «Πόζας» ὀνομαζόμενης («Χῶμα τοῦ Βάθους»). Κεντρικὴ
θέση στὰ ἄσματα ἔχει ὁ ἥρωας τῆς Καλεδάλας ὁ «Βαϊναμόνεν», γιὸς τῆς «Παρθένου
τοῦ ̓Αέρος» (παρθενογέννητος), ποὺ γεννήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Ὁ
Βαϊναμόνεν καλλιεργεῖ καὶ σπείρει τὴ γῆ καὶ μάχεται γιὰ τὴν εὐημερία τῶν
ἀνθρώπων. Ἔχει ὡς ἀντίπαλο τὴν Λοῦχι, προστάτιδα τῆς Πόζας, ἡ ὁποία κάποτε
«ἔκλεισε μέσα σὲ σπήλαιο τὸν ἥλιο καὶ τοὺς ἀστέρες».
Ἕνας Γάλλος μελετητὴς θεώρησε τοὺς Οὐγγροφίννους «συνονθύλευμα λαῶν
ἐπιδιδόμενο σὲ ἀπόκρυφες ἐπιστῆμες καὶ μαγεία», ἐπικαλούμενος Καθολικὲς
μαρτυρίες, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες «οἱ Νορδηγοὶ τοῦ μεσαίωνα τοὺς κατεδίωκαν
γιὰ τὶς εἰδωλολατρικὲς λατρευτικὲς πρακτικές τους» καὶ «τὸν 16ο αἰῶνα οἱ Σουηδοὶ
συνήθιζαν νὰ κατάσχουν τὰ τύμπανα (κουόντμπας) τῶν Σαμάνων» (Λαπώνων
ἱερέων). Γιὰ κάποιον ἐρευνητὴ (Οοπιρατε((1) «μὲ τὰ κύμδαλα καὶ τὰ τύμπανά
τους οἱ Σαμᾶνες, χάρη στὶς γνώσεις τους, διέθεταν συνθλιπτικὴ ἐνέργεια
δυνάμεων νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχο ἐπὶ τῆς φύσεως». .Ο ἐρευνητὴς δὲν προχώρησε σὲ
ἔρευνα περὶ χρήσεως ὑπερήχων... Γεγονὸς πάντως τυγχάνει, ὅτι σύμφωνα μὲ τὶς
παραδόσεις ἡ πάλη μεταξὺ ἡρώων τῆς Καλεθάλας καὶ ἀντιπάλων τους τῆς Πόζας
διεξάγεται «μὲ τὴν χρήση ὀργάνων καὶ μὲ ἠχηρὰ ἄσματα» καὶ ὄχι μὲ ὅπλα.
ὋὉ Σουηδὸς Οα5ίτεη στὸ ἔργο του «Νογάϊδκα Κετογ» (Βορινὰ Ταξίδια) μεταξὺ
διαφόρων οὐγγροφιννικῶν θεοτήτων διακρίνει τὶς ἑξῆς θασικὲς κατ ̓ αὐτὸν: Τὸν
Ζουμάλα, ὑπέρτατο θεὸ-δη μιουργὸ (ἔχει ὡς ἱερότου δένδρο τὴ σημύδα), ὁ ὁποῖος
κρατᾶ τοὺς κεραυνοὺς καὶ τὸν Οὗκκο, ὁ ὁποῖος θαστάζει τὸν κόσμο. Ἢ ἀντιστοιχία
τῶν Ζουμάλα καὶ Οὖκκο μὲ τὸν Δία καὶ τὸν Ἄτλαντα εἶναι προφανής.
Στοὺς Λάπωνες ὁ Ζουμάλα καλεῖται «ξύλινος θεός», γιατὶ «ὁ θεὸς τοῦ κεραυνοῦ
συναντᾶται στοὺς κορμοὺς τῆς σημύδας» καὶ ὁ Οὗὖχκο «πέτρινος θεός», γιατὶ