ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

140-141ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8220 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
75 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η μοναξιά του σκύλου — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 8220 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 140

Κείμενο φύλλου

ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ΤΟΥ͂ Λανλον Δροσερὴ αὐγουστιάτικη νύχτα Κυριακῆς. Ὁ Σαρρῆς ἔθγαλε μιὰ καρέχλα στὸ μπαλκονάκι τῆς σοφίτας του, τὴν ταίριασε στὸ ἀπυρόδόλητο, πῆρε κι’ ἕνα σκαμνὶ γιὰ τὰ πόδια του καὶ δάλθηκε νὰ παρατηρεῖ τὸ πάρτυ στὸ ἀντικρυνὸ ρετιρὲ τῆς οἰχογένειας Ρώη. "Ἠξερε ἄλλωστε ἀπὸ ἄλλες φορές, ὅτι ὅσο διαρχκοῦσε τὸ πάρτυ, ἦταν ἀδύνατο νὰ κοιμηθεῖ. ”Αγρια ξεφωνητά, σχκουξίματα, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἐρεθιστικὴ ἀμερικἀνικη μουσικὴ σκορπίξζονταν σ ̓ ὅλη τὴ γειτονιά, διαπερνοῦσαν πόρτες, παράθυρα, ἀκόμη καὶ τοίχους, κάθε προφύλαξη ἦταν περιττή. Τὰ μεγάφωνα τοῦ πικάπ, σκορπισμένα στὶς καταφώτιστες σάλλες καὶ στὶς θεράντες, ἦταν στὸ φούλ, τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ γίνει. Κι’ ἡ ̓Αστυνομία εἶχε ἄλλες σκοτοῦρες, μὲ τὸ πάρτυ τῶν Ρώηδων θὰ κάτσει ν’ ἀσχοληθεῖ; Παρακολουθοῦσε λοιπὸν ὁ Σαρρῆς τὴν Χίνηση, τοὐλάχιστο, νὰ περάσει ἔτσι ἡ ὥρα, ἐξάλλου εἶχε καὶ τὰ τυχερά του. Στὴ δορεινὴ δθεράντα, ποὺ ἦταν συνεχῶς σκοτεινή, έπεφτε πὀτε-πότε κανένα ζευγαράκι κι ̓ ἐκεῖ κολλητὰ στὸν τοῖχο ζητοῦσε κάποια εὔκολη λύση στὸ πρὀθλημάτου. Αὐτὲς οἱ κινήσεις ἄρχισαν λίγο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ὅταν οἱ φωνὲς τῶν χορευτῶν γύριζαν σὲ οὐρλιαχτὰ κι’ ἡ νέγρικη μουσικὴ δυνάμωνε πιὸ πολύ. Ὃ φουκαρᾶς ὁ Σαρρῆς δὲν εἶχε παρέες, δὲ νογοῦσε ἀπὸ χοροὺς καὶ τέτοια. Δούλευε πρωί στὰ Λαδάδικα, ἔτρωγε σὲ μιὰ ταθέρνα ἐκεῖ κοντὰ ὅ,τι τραθοῦσε ἡ ὄρεξή του κι’ ὕστερα τρύπωνε στὴ σοφίτα του νὰ κοιμηθεῖ. Τὶς ἄλλες ἀνάγκες του τὶς ξεπλήρωνε μὲ τὶς ἐπισκέψεις του στὴ Σούλα τὴν κουτσή, ὀγαλμένη ἀπὸ χρόνια στὸ κλαρί, ἀλλὰ καλοδιατηρημένη καὶ σφιχτή, σίγουρη κι ̓ ἀπὸ ἀσθένειες καὶ τέτοια. Κύτταζε λοιπὸν ὁ Σαρρῆς τοὺς διασκεδαστές, ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ Ἡ μοναξιὰ τοῦ σκύλου ἀλλὰ καὶ τὰ ξεθγάλματα στὴ σκοτεινὴ θεράντα, ἔπαιρνε καὶ παραμάζωμα γιὰ κανένα δευτεριάτικο ξέδωμα μὲ τὴν κουτσή. Περνοῦσε ἡ ὥρα, εἶδε τὸν κανακάρη τῆς οἰκογένειας νὰ θγαίνει στὴ θεράντα μὲ μιὰ παχουλή, νὰ στριμώχνονται στὸν τοῖχο καὶ νὰ τελειώνουν στὰ γρήγορα. Κι) ὕστερα ἀπὸ λίγο τὴ μικρότερη ἀδερφή του τὴ Χαϊδούλα --ἦταν δὲν ἦταν δεκαπέντε χρόνων---, ποὺ ὅλη τὴν ὥρα χόρευε τρελλὰ σὲ μιὰ σάλλα μ’ ἕναν ψηλὸ μὲ γκρίζα μαλλιά, νὰ γλιστράει κι ̓ αὐτὴ ἤσυχα-ήσυχα στὴ θεράντα μὲ τὸν ψηλὸ καὶ ν ̓ ἀρχίζουν ἐκεῖ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ χαϊδολογήματα. Ὅμως, ὅταν ξεθάρρεψε πιὸ πολὺ ὁ ψηλὸς καὶ πῆγε νὰ χουφτώσει γερά, ἡ Χαϊδούλα ξεκόλλησε ἀπ’ τὸν τοῖχο, τὸν ἔσπρωξε καὶ μὲ τὰ δυό της χέρια κι ἔτρεξε ἀλαφιασμένη στὴ σάλλα. "Αρχισε νὰ θαρυέται ὁ Σαρρῆς, τραθοῦσε σὲ μάκρος τὸ πανηγύρι, ἔπρεπε κάποτε νὰ κοιμηθεῖ, τὸ πρωί στὶς ἕξι χτυποῦσε τὸ ξυπνητήρι ἐγερτήριο. "Ὅμως τὸ πάρτυ ἦταν στὸ φόρτε του, ἔπρεπε ν ̓ ἀντέξει πολλὴ ὥρα ἀκόμα. (Εἶπε νὰ πάρει τὴ γερμανικὴ χειροὀομόίδα μὲ τὴν ξύλινη λαθή, ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του ἀπ ̓ τὸν παιρὸ τῆς Κατοχῆς. Σηχώνεται λοιπὸν ἀπ’ τὴν καρέχλα, μπαίνει στὸ δωμάτιο καὶ ψάχνει σ ̓ ἕνα παλιὸ σεντούχι. Τὴ θρίσκει, τὴν κρατᾶ γιὰ λίγο στὰ χέρια του, ἐνῶ αἰσθάνεται μιὰ περίεργη ἀνατριχίλα. "Ὕστερα τὴν ἀπασφαλίζει καὶ τὴν τινάζει μ ̓ ὅλη του τὴ δύναμη στὴ μέση τῆς μεγαλύτερης σάλλας τῶν Ρώηδων. ”"Αχουσε τζάμια καὶ κρύσταλλα νὰ θρυμμματίξονται, πρόφτασε νὰ ἰδεῖ τοὺς ξαναμμένους χορευτές, τοὺς μπαμπᾶδες, τὶς μαμᾶδες, τὶς θεῖες καὶ τὶς ἀνηψιές, ἀκόμα καὶ τὴ μικρὴ Χαϊδούλα καὶ τὸν γκριζομάλλη παιδεραστὴ νὰ τινάζονται σκοῦρα πυροτεχνήματα στὸν ἀέρα κι’ ὕστερα νὰ σωριάζονται
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →