ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
140-141ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η μοναξιά του σκύλου — ΚΩΣΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤῸ ΑΝΕΚΛΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ΤΟΥ͂
Λανλον
Δροσερὴ αὐγουστιάτικη νύχτα Κυ-
ριακῆς. Ὁ Σαρρῆς ἔθγαλε μιὰ καρέχλα
στὸ μπαλκονάκι τῆς σοφίτας του, τὴν
ταίριασε στὸ ἀπυρόδόλητο, πῆρε κι’ ἕνα
σκαμνὶ γιὰ τὰ πόδια του καὶ δάλθηκε
νὰ παρατηρεῖ τὸ πάρτυ στὸ ἀντικρυνὸ
ρετιρὲ τῆς οἰχογένειας Ρώη. "Ἠξερε
ἄλλωστε ἀπὸ ἄλλες φορές, ὅτι ὅσο
διαρχκοῦσε τὸ πάρτυ, ἦταν ἀδύνατο νὰ
κοιμηθεῖ. ”Αγρια ξεφωνητά, σχκουξί-
ματα, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἐρεθιστικὴ ἀμερι-
κἀνικη μουσικὴ σκορπίξζονταν σ᾽ ὅλη
τὴ γειτονιά, διαπερνοῦσαν πόρτες, πα-
ράθυρα, ἀκόμη καὶ τοίχους, κάθε προ-
φύλαξη ἦταν περιττή. Τὰ μεγάφωνα
τοῦ πικάπ, σκορπισμένα στὶς καταφώ-
τιστες σάλλες καὶ στὶς θεράντες, ἦταν
στὸ φούλ, τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ γί-
νει. Κι’ ἡ ᾿Αστυνομία εἶχε ἄλλες σκο-
τοῦρες, μὲ τὸ πάρτυ τῶν Ρώηδων θὰ
κάτσει ν’ ἀσχοληθεῖ;
Παρακολουθοῦσε λοιπὸν ὁ Σαρρῆς
τὴν Χίνηση, τοὐλάχιστο, νὰ περάσει ἔτσι
ἡ ὥρα, ἐξάλλου εἶχε καὶ τὰ τυχερά του.
Στὴ δορεινὴ δθεράντα, ποὺ ἦταν συ-
νεχῶς σκοτεινή, έπεφτε πὀτε-πότε κα-
νένα ζευγαράκι κι᾽ ἐκεῖ κολλητὰ στὸν
τοῖχο ζητοῦσε κάποια εὔκολη λύση στὸ
πρὀθληµάτου. Αὐτὲς οἱ κινήσεις ἄρχι-
σαν λίγο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ὅταν οἱ
φωνὲς τῶν χορευτῶν γύριζαν σὲ
οὐρλιαχτὰ κι’ ἡ νέγρικη μουσικὴ δυ-
νάμωνε πιὸ πολύ.
Ὃ φουκαρᾶς ὁ Σαρρῆς δὲν εἶχε πα-
ρέες, δὲ νογοῦσε ἀπὸ χοροὺς καὶ τέ-
τοια. Δούλευε πρωί στὰ Λαδάδικα,
ἔτρωγε σὲ μιὰ ταθέρνα ἐκεῖ κοντὰ ὅ,τι
τραθοῦσε ἡ ὄρεξή του κι’ ὕστερα τρύ-
πωνε στὴ σοφίτα του νὰ κοιμηθεῖ. Τὶς
ἄλλες ἀνάγκες του τὶς ξεπλήρωνε μὲ τὶς
ἐπισκέψεις του στὴ Σούλα τὴν κουτσή,
ὀγαλμένη ἀπὸ χρόνια στὸ κλαρί, ἀλλὰ
καλοδιατηρημένη καὶ σφιχτή, σίγουρη
κι᾿ ἀπὸ ἀσθένειες καὶ τέτοια. Κύτταζε
λοιπὸν ὁ Σαρρῆς τοὺς διασκεδαστές,
ΔΙΟΝ. ΚΩΣΤΙΔΗΣ
Ἡ μοναξιὰ τοῦ σκύλου
ἀλλὰ καὶ τὰ ξεθγάλματα στὴ σκοτεινὴ
θεράντα, ἔπαιρνε καὶ παραμάζωμα γιὰ
κανένα δευτεριάτικο ξέδωμα μὲ τὴν
κουτσή. Περνοῦσε ἡ ὥρα, εἶδε τὸν κα-
νακάρη τῆς οἰκογένειας νὰ θγαίνει στὴ
θεράντα μὲ μιὰ παχουλή, νὰ στριμώ-
χνονται στὸν τοῖχο καὶ νὰ τελειώνουν
στὰ γρήγορα. Κι) ὕστερα ἀπὸ λίγο τὴ
μικρότερη ἀδερφή του τὴ Χαϊδούλα ---
ἦταν δὲν ἦταν δεκαπέντε χρόνων---,
ποὺ ὅλη τὴν ὥρα χόρευε τρελλὰ σὲ μιὰ
σάλλα μ’ ἕναν ψηλὸ μὲ γκρίζα μαλλιά,
νὰ γλιστράει κι᾽ αὐτὴ ἤσυχα-ήσυχα
στὴ θεράντα μὲ τὸν ψηλὸ καὶ ν᾽ ἀρχί-
ζουν ἐκεῖ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ χαϊδολογή-
ματα. Ὅμως, ὅταν ξεθάρρεψε πιὸ πολὺ
ὁ ψηλὸς καὶ πῆγε νὰ χουφτώσει γερά,
ἡ Χαϊδούλα ξεκόλλησε ἀπ’ τὸν τοῖχο,
τὸν ἔσπρωξε καὶ μὲ τὰ δυό της χέρια κι
ἔτρεξε ἀλαφιασμένη στὴ σάλλα.
"Αρχισε νὰ θαρυέται ὁ Σαρρῆς, τρα-
θοῦσε σὲ μάκρος τὸ πανηγύρι, ἔπρεπε
κάποτε νὰ κοιμηθεῖ, τὸ πρωί στὶς ἕξι
χτυποῦσε τὸ ξυπνητήρι ἐγερτήριο.
"Ὅμως τὸ πάρτυ ἦταν στὸ φόρτε του,
ἔπρεπε ν᾽ ἀντέξει πολλὴ ὥρα ἀκόμα.
(Εἶπε νὰ πάρει τὴ γερμανικὴ χειρο-
ὀομόίδα μὲ τὴν ξύλινη λαθή, ποὺ εἶχε
ὁ πατέρας του ἀπ᾽ τὸν παιρὸ τῆς Κα-
τοχῆς. Σηχώνεται λοιπὸν ἀπ’ τὴν κα-
ρέχλα, μπαίνει στὸ δωμάτιο καὶ ψάχνει
σ᾽ ἕνα παλιὸ σεντούχι. Τὴ θρίσκει, τὴν
κρατᾶ γιὰ λίγο στὰ χέρια του, ἐνῶ
αἰσθάνεται μιὰ περίεργη ἀνατριχίλα.
"Ὕστερα τὴν ἀπασφαλίζει καὶ τὴν τι-
νάζει μ᾽ ὅλη του τὴ δύναμη στὴ μέση
τῆς μεγαλύτερης σάλλας τῶν Ρώηδων.
”"Αχουσε τζάμια καὶ κρύσταλλα νὰ
θρυμμµατίξονται, πρόφτασε νὰ ἰδεῖ τοὺς
ξαναμμένους χορευτές, τοὺς µπα-
μπᾶδες, τὶς μαμᾶδες, τὶς θεῖες καὶ τὶς
ἀνηψιές, ἀκόμα καὶ τὴ μικρὴ Χαϊδού-
λα καὶ τὸν γκριζοµάλλη παιδεραστὴ νὰ
τινάζονται σκοῦρα πυροτεχνήματα
στὸν ἀέρα κι’ ὕστερα νὰ σωριάζονται