ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
144ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Επτά επί Θήβας — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
“Ἑπτὰ ἐπὶ Θήόας
Φύγανε. Φύγανε. Στὸν ἀγύριστο οἱ ᾿Αργεῖοι. "Αφάντοι οἱ Φαντασμένοι. «Μαῦρο σύννεφο
τοὺς πῆρε». Μαῦρος κορνιαχτὸς τοὺς σήκωσε.
᾿Εκεῖνοι ποὺ ἔσδησαν, τὰ μάτια ποὺ δασίλεψαν, δὲ θ᾽ ἀντικρύσουν τὸν ἥλιο δοξαστικὸ πάνω
ἀπὸ τὴν Καδμεία. Στάλα-στάλα στραγγίδει τὸ αἰμα στὸ σῶμα τῆς Γῆς, καταλαγιάξουν καὶ οἱ
φωτιὲς στὰ πολεμόσειστα τείχη, μὰ ὁ θρῆνος τῶν παρθένων τῆς Θήδας δὲ λέει νὰ πάρει τέλος.
Θὰ τραδή ξει μακρυά, θ᾽ ἀνηφορίσει τὶς χιλιετίες. Ποιός εἶναι ὁ ὁ τρελλός, ποὺ μιλάει γιὰ σκοτά-
δια μέσα στὴ λάμψη τοῦ Χρυσοῦ Αἰῶνα; Εἶναι ὁ ὁ ποιητὴς ποὺ ξέρει, εἰναι ὃ ποιητὴς ποὺ δλέ-
πει, ποὺ θρηνεῖ πάνω στὰ νεκρὰ χαμομήλια, στὴν ἀφορμισμένη πληγὴ τοῦ κόσμου. «᾿Ιὼ πόνος.
Ἰὼ κακά. Δώμασι καὶ χθονί. Ἰὼ δαιμονῶτες ἄ ἄτῃ». Καμμια προοπτική, κανένα φῶς μέσα στὴν
ἄγρια νύχτα τῆς ἀνθρωπότητας, ἀνταύγεια στὸν ὁρίξοντα ποὺ νὰ προμηνάει τὸ ξημέρωμα. Τὸ
ὁρᾶμα τοῦ Α ἰσχύλου ἀναλίσκεται µέσα στὸ ζόφο κι ὅταν πέφτει ᾗ αὐλαία, ὁ ζόφος παραμένει.
Καὶ εἶναι τὸ τελευταῖο τῆς τριλογίας «Λάιος» - «Οἰδίπους» - « Ἑπτὰ ἐπὶ Θήόας». Τὰ δύο πρῶτα
χάθηκαν.
᾽Απελπιστικὰ ἐπίκαιρο διδάχτηκε τὸ 468-7 π.Χ. καὶ ξεσήκωσε τοὺς θηναίους, γιατὶ δ΄ Ετε-
οκλῆς ξωντάνεψε μνῆμες τῶν ἡρωικῶν χρόνων κι ἀκόμα τοὺς πρόσφατους Μαραθωνομάχους
καὶ Σαλαμινομάχους. ᾿Ηδύπνοο περαστικὸ μελτεμάκι, λυτρωτικὰ πατριωτικὰ ρίγη ἐφησυχα-
στικά, εὔκολοι ἐνθουσιασμοὶ χωρὶς ἀντίκρυσμα. Ἢ εὐκολία δὲν ἔλυσε ποτὲ κανένα πρόδλημα,
τὸ ἐπολλαπλασίασε, τὸ διαιώνισε. Βιαστικοί, μεσογειακοὶ οἱ Αθηναῖοι δὲν κατάλαδαν, γιατι δὲ
μπόρεσαν ἢ δὲν θέλησαν νὰ καταλάδουν. Δὲν ἄκουσαν τὸ συναγερμό, δὲν ἔλαδαν τὸ μήνυμα ποὺ
τοὺς ἔστελνε ὁ ποιητὴς ἀνάρπαστος ἀπὸ τρόμο. Διαφορετικὰ θὰ εἰχαν προλάδει πολλὰ κι αὐτὸν
ἀκόμα τὸν Πελοποννη σιακὸ πόλεμο.
Στὸ ὁράμα «Επτὰ ἐπὶ Θήδας» ὁ ὁ ᾿Ετεοκλῆς εἶναι πράγματι ἤρωικος, γιατὶ δαδίζει ἄ ἄκαμπτος
καὶ μεγαλοπρεπὴς πρὸς τὸ οἰκτρὸ τέλος του, ποὺ τὸ γνωρίξει. Περιφρονεῖ καὶ σαρκάζει τὶς πε-
ρίτροµες γυναῖκες, ποὺ «ἔδεισαν τὸν ἁρματόκτυπον ὄτοδον ὅτοδον», τὸ δόγκο τὸ δόγκο, χαὶ 6ά-
ει πάν’ ἀπ ᾿ὅλα τὴ σωτηρία τῆς Θήόας, τῆς πατρίδας του. Εἶναι ὁ ὑπεύθυνος. καὶ ἀποφασιομένος
ἡγέτης, ὁ στέρεος καὶ ἀπρόσιτος πολεμιστής, ἕνας ἀσύγκριτος Αχιλλέας πάνω στὰ τείχη. Αὐτὸ
δείχνει ἡ μάσκα. Πίσω ὅμως ἀπὸ τὴ μάσκα, μέσα στὰ σκοτάδια καὶ τὰ μισοσκόταδα δυνάμεις
τρομερὲς ἀνομοχλεύονται καὶ συγκερνῶνται. Εἶναι ἡ θέλησι τοῦ θεοῦ γιὰ τὸν ἀφανισμὸ τοῦ
οἴκου τῶν Λαδδακιδῶν καὶ τὴν καταστροφὴ τῆς Θήδας -- συνέπεια τῆς παρακοῆς τοῦ Λάιου
- εἶναι ἡ κατάρα τοῦ Οἰδίποδα γιὰ τὰ παιδιά του, καὶ εἶναι τὸ σκοτεινό, τὸ ἀνεξιχνίαστο
ὁρμέμφυτο, τὸ φονικὸ ἀδερφικὸ μῖσος, γέννημα καὶ θρέμμα τοῦ πόθου τῆς ἐξουσίας. Γιατὶ καὶ
ὁ Πολυνείκης εἶχε τὸ δίκιο του, ἄσχετα ἂν τὸ ξεπέρασε ξεσηκώνοντας τοὺς ᾿Α ργείους ἐνάντια
στὴ Θήδα. "Εμὄλημα κι ὁδηγός του πάνω στὴν ἀσπίδα ἡ Δίκη.᾽Α νεξέλεγκτη ή εἱμαρμένη θὰ
σπρώξει τ ᾿ ἀδέλφια στὸ χαμό, στὴν ἀνόσια καὶ ανίερη ἀδελφοκτονία. Ὃ χορὸς τῶν παρθένων
μὲ τὸ ἀλάθητο ἔνστικτο τῆς «πιὸ καλῆς καὶ πιὸ γλυκειᾶς ὥρας» τοῦ θηλυκοῦ --- Αἰσχύλος εἶναι
αὐτὸς --- ἔχει συλλάδει τὸ ἀδιέξοδο, ὄλέπει τὴ συφορὰ ποὺ ἔρχεται καὶ προσπαθεῖ νὰ συγκρα-
τήσει τὸν ᾿Ετεοκλῆ. «Δ αγκωτὴ σὲ σπρώχνει ἐπιθυμία, ὠμοδόρα. --- Καρδιοξέχειλη σὲ τραδάει
λύσσα θεόσταλτη πολέμου: πνίξ᾽ ἀπ’ τὴ ρίζα τὸ κακό, καλέμου». Νίκησε τὸν ἑαυτόν σου, όγά-
λε τὸν πόθο τοῦ κακοῦ ἀπὸ μέσα σου, προτοῦ σὲ κατακυριεύσει. Ποὺ σημαίνει, πὼς μποροῦσε
νὰ τὸ κάνει. Στὰ χορικὰ διατυπώνεται ἡ τυραννικὴ γνῶσι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐναγώνια φωνὴ τοῦ
ποιητῆ, ποὺ πιστεύει πὼς κάπου σταματάει ἡ μοῖρα καὶ ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου. Στὸ
κρισιμώτατο καὶ ἄγρια ἀπαιτητικὸ ἐκεῖνο σημεῖο, τὸ θολὸ καὶ ἀκαθόριστο, τὸ ζητούμενο, ποὺ
μιὰ πάναγνη καὶ κορυφαία γενναιότητα μπορεῖ νὰ σπάσει τὰ δεσμά του. Ἢ ὀδύνη καὶ ἡ ἀπελ-
πισία, ὁ φόδος καὶ ὁ τρόμος πολέμου τοῦ χοροῦ, τοῦ ὅποιου πολέμου, ὑπῆρξε ὁ γενεσιουργὸς
κραδασμὸς τοῦ μουσικοῦ δράματος, τοῦ λυρικώτατου ποιητικοῦ λόγου, ποὺ ἔπεσε στὸ κενὸ σὰν
τὰ μαντεύματα τῆς Κασσάνδρας. Καὶ ἡ τραγωδία τοῦ πλανήτη Γῆ συνεχίζεται. ᾿Ατελείωτο δεί-
χνει τὸ ὁρᾶμα « ᾿Επτὰ ἐπὶ Θήδας», χωρὶς λύσι. “Ἕνας μορφασμὸς πόνου καὶ ἀγωνίας στὸ Θέα-
τρο τοῦ Διονύσου, ἕνα φριχτὸ παρατεταμένο «ααααα!..» ἐκείνου ποὺ πέφτει στὸ γκρεμό. «Τά-
λαν γένος. Τάλανα παθόν». Βαρειόμοιρη γενιά. Βαριά σου τὰ δεινά. Ατελείωτα. Κομμένοι λυγ-
μικοὶ ἀνασασμοὶ στὸ θλιδερὸ ξόδι τῆς ᾿Ἱστορίας.
Αὐτὰ τὰ χορικὰ, τοῦ Α ἰσχύλου. ᾿Ηφαιστειακὴ ἔκρηξι μιᾶς μεγάλης ψυχῆς ἐκσφενδονίξουν τὸ
πνευματικὸ πῦρ, τὶς θρησκευτικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἰδέες του «εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων». Εἶναι τὸ
μοιρολόι κι ὁ κοπετὸς τῆς Γῆς γιὰ τὰ δασανισμένα, τ’ ἀνέμυαλα, τὰ κακορίζικα παιδιά της. Τὸ