ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

145ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8485 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
52 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Πέρσαι" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 8485 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 145

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Πέρσες» Σὰν ἄκουσε ὁ 4αρειογέννήτος τὸν Σίκκινο, θαλτὸ τοῦ Θεμιστοκλή, πρόσταξε τοὺς στρατηγούς του «νὰ φράξουνε τὶς μποῦκες, τὰ διάθατα τὰ θαλασσόδουα κι ὅλο τοῦ Αἴαντα τὸ νησὶ τριγύρω», γιὰ νὰ μὴ μπορέσουν νὰ ξεφύγουν οἱ Ἕλληνες μέσα στῆς μαύρης νύχτας τὸ σκοτάδι, ὅπως τό ̓χαν σκοπό. Κι ἦταν καταχαρούμενος ὁ Θούριος, γιατὶ «δὲν ἤξερε ἀπὸ τοὺς θεοὺς τί μέλλει». «Πλήθει καυχήσας νεῶν», μ ̓ ὅλη τὴ δύναμι τῆς ̓Ασίας στὶς προσταγές του κι ἔχοντας πυρπολήσει τὴν Αθήνα, δὲν εἶχε μάτια, γιὰ νὰ δεῖ πὼς ἡ πόλι τῆς Παλλάδας ἔμενε ἀκούρσευτη, «ὅσο ὑπῆρχαν γι ̓ αὐτὴν ἄντρες στέθεὸς φράχτης, ποὺ κανενὸς δὲν ἦσαν δοῦλοι οὐδ ̓ ὑπήκοοι» καὶ σ ̓ ἐτοῦτον τὸν ἀγῶνα εἰχαν ὅλους τοὺς θεοὺς μαζί τους. «Καὶ νὺξ ἃ ἐχώρει: κοῦ μᾶλλ’ "Ελλήνων στρατὸς κρυφαῖον ἔκπλουν οὐδαμῇ καθίστατο». «Ὅμως, ὅταν μὲ τ ̓ ἄσπρα ἡ μέρα ἄλογάτης--σ ὅλη τὴ Γῆ κατάφεγγη στὰ μάτια ἁπλώθη--, πρῶτα θουερὸς σκοπὸς ποὺ ὑμνητικὰ ἐτραγούδα-, φτάνει ἀπ ̓ τοῦς “Ελληνες: κι ὁλόστητος ἀμέσως -ὁ ἀχὸς ἀπ’ τοῦ νησιοῦ ἀντιλάλησε τὸ θράχο. --Καὶ πὼς γελάστηκαν τοὺς ἔπιασε ὅλους φόδος -- τοὺς δαρόάρους' γιατὶ δὲν ἦταν γιὰ νὰ φύγουν -- πού 'ψαλλαν τότε οἱ “Ελληνες-- σεμνὸν παιᾶνα. Ὃ στόλος ὅλος -- ἐπροχωροῦσε κι’ ἄκουες ἀντάμα ἀπ ̓ ὅλους -- ἀλλαλητὸ μεγάλο: Παῖδες “Ελλήνων ἴτε, -ἐλευθεροῦτε πατρίδα, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, -- γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη -- θήκας τε προγόνων’ -- νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών». Σ ̓ αὐτὰ «ἡ δαδούρα τῆς Περσικῆς γλώσσας» ἀπαντοῦσε. Μὲ τέχνη τὰ ἑλληνικὰ καράδια «χτυποῦσαν γύρω ἀνασκαλώνοντας τὶς σκάφες τῶν πλοίων, μέχρι ποὺ δὲ μποροῦσε πέλαο πιὰ νὰ θλέπεις, γιατὶ γεμᾶτο ἦταν ναυάγια καὶ κουφάρια. Καὶ μάθε τὸ καλά. Ποτὲ σὲ μιὰν ἡμέρα δὲν πέθανε τόσο μεγάλο πλῆθος. Μὲ μιὰ χτυπιὰ ἔπεσε τὸ ἄνθος τῶν Περσῶν καὶ πάει. "Όλος τῶν θαρθάρων ὁ στρατός ἐχάθη». Κάπως ἔτσι μιλάει γιὰ τὴ συμφορά ὁ ἄγγελος στὸ χορὸ τῶν γερόντων καὶ τὴν” Ατοσσα, θεοῦ σύνευνη καὶ μάνα θεογεννήτρα. Σὲ μικρὴ ἀπόστασι ἀκολουθεῖ ὁ «θεὸς» κουρελῆς καὶ θὰ κάνει τὴν ἐμφάνισίτου στὴ σκηνὴ σὰ δρεγμένη γάτα. Τὸ τέλος τοῦ ταξιδίου τῆς ὑπερδύναμης, ποὺ πῆγε ἐνάντια στὴ θέλησι τῶν θεῶν, ποὺ εἶχαν προειδοποιήσει, ἀλλὰ ὁ Ξέρξης τά ̓δαλε ἀκόμα καὶ μὲ τὸν Ποσειδῶνα. «Αἴσχη τε Πέρσαις καὶ λιγέα κωκύματα», χαρακτηρίξει τὰ ἔργατου ὣς καὶ ἡ "Ατοσσα, ἡ μάνα του, ποὺ δὲ ζεῖ παρὰ γιὰ δαῦτον. «Φάος μέγα», ἀναφωνεῖ ἀσυγκράτητη στὸ ἄκουσμα πὼς ὁ Ξέρξης ζεῖ, κι ἂς εἶναι δυθισμένη στὰ μαῦρα σκοτάδια ἡ ̓Ασία κι «εἶναι τὰ πράγματα τῶν Περσῶν χαμένα». Μὲ μιὰ μονοκοντυλιά, τὸ στῖγμα «μάνα». «Στένει, κέκοπται καὶ χαράσσεται πέδον». Σημαδιακὸ τὸ γεγονὸς ποὺ σκίζει τὴ Γῇ, ἀνοίγει τὰ μνήματα καὶ ἀναγκάζει τοὺς νεκροὺς νὰ γευτοῦν καὶ πάλι τὸν πόνο. ̓Αλλὰ δὲν εἶναι στὴ σύγκρουσι τῶν δύο ἀντίμαχων κόσμων. «'Ο δράκος μὲ τὸ φονικό, τὸ μαυρόλαμπο δλέμμα στὰ μάτια», δὲ θὰ πάψει ποτὲ νὰ ὀρέγεται τὸ γαλάζιο. Οἱ θεοί, ποὺ θὰ θελήσουν νὰ διαφυλάξουν τὴν ̓Ελληνικότητα μὲ χρησμούς, θὰ μποῦν κι αὐτοὶ στὸ στόχαστρο. «Ρίχνετ ̓ ὁ ρήγας τοῦ στοιχειοῦ καὶ τὸ στοιχειὸ τ ̓ ἀνθρώπου». Βλέπει τὴν πάλη στ’ ἁλώνια τοῦ μέλλοντος ὁ ποιητὴς καὶ δέρνετ ̓ ὁ νοῦς του, μήπως κι «ἀμυαλωσύνες πολεμόφθορες» φέρνουν μεγάλο κακό. ̓Εφτὰ μόλις χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴ ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας, καὶ τὸ θέατρο τοῦ Διονύσου ἐκπέμπει μὲ τοὺς «Πέρσες» σῆμα κινδύνου. Ποιοὶ εἶναι οἱ «Πέρσες»;
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →